Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Graffiti, αστική κουλτούρα και παρανομία

Τους γκραφιτάδες τους γούσταρα πάντα, είχα αρκετούς φίλους άλλωστε που έκαναν γκράφιτι (ή γκραφίτι) και αισθανόμουν πάντα ότι υπήρχε μια συνάφεια στις απόψεις και στις προσεγγίσεις των πραγμάτων αν και εκείνοι συχνά έμοιαζαν να χάνονται μέσα σε ένα πλαίσιο μάλλον αυτοαναφορικό και τροφοδοτούμενο αποκλειστικά από την “φιλοσοφία” και την “κουλτούρα” τους (πχ το tagging αφορά μόνο αυτούς που το αναγνωρίζουν). Από την άλλη όμως και παρά το γεγονός ότι οι πιο πολλοί πιτσιρικάδες έλεγαν τα κλισέ, “το γκράφιτι είναι τρόπος ζωής” κλπ και ήταν αμφίβολο αν ήξεραν να σου εξηγήσουν τι εννοούν, υπήρχαν και κάποιοι αρκετά φιλοσοφημένοι. Στις συζητήσεις τους, μιλούσαν για τον Guy Debord, την “κοινωνία του θεάματος“, τους καταστασιακούς γενικότερα, την πόλη και την εμπειρία της πόλης κι όλα αυτά μέσα σε μια mild ιδεολογική ατμόσφαιρα και με μια φιλολογία μάλλον αριστερόστροφη αλλά πολύ πιο cool, σύγχρονη (και μεταμοντέρνα στην ουσία της) από την αντίστοιχη των περισσότερων “αριστερών” που κυκλοφορούσαν στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου την ίδια εποχή. Οι γκραφιτάδες δεν με πίεζαν να αλλάξω τον κόσμο σύμφωνα με ιδέες που τροφοδοτούνταν από μια αντικειμενική αλήθεια, αλλά διεκδικούσαν κάτι πολύ πιο απλό, ένα υποκείμενο και μια θέση για την χωρική του έκφραση και αυτό το βρίσκω πολύ ουσιαστικό και μέσα από την επαφή μαζί τους βοηθήθηκα και προσωπικά να καλλιεργήσω την “αρχιτεκτονική” μου συνείδηση και ευαισθησία.

Το βασικό πρόβλημα και η βάση της διαφωνίας μου μαζί τους, όπως την καταλαβαίνω σήμερα σκεπτόμενος πιο αναλυτικά από τότε, ήταν ότι γι’ αυτούς η αρχή ήταν το μέσο και αν όχι η πράξη του γκράφιτι καθαυτή, σίγουρα η “αστική δράση” όπως αυτοί την εννοούσαν, δηλαδή περισσότερο ως occupation (κατάληψη) του αστικού χώρου και λιγότερο ως deformation. Δηλαδή παρήγαγαν μια σειρά από αστικές δράσεις που σκοπό είχαν να φτιάξουν “καταστάσεις” (skateboarding) που αλλοιώνουν την εμπειρία και το βίωμα της πόλης εικονογραφώντας την αλλά όχι να αλλάξουν την μορφή της πόλης ως αστικό μόρφωμα και ως δομή (κοινωνική, οικονομική, πολιτική κλπ). Κοινώς το γκράφιτι ήταν κάτι που με γοήτευε και με ενδιέφερε αλλά ήταν κάτι λιγότερο από αυτό που επεδίωκα. Από την άλλη όμως όλα αυτά τα χρόνια ποτέ δεν βρήκα επαρκείς απαντήσεις για το πως δύναται να αλλάξει η δομή της πόλης επιτυχώς και το πιθανότερο είναι να μη βρω καθώς οι απαντήσεις απομακρύνονται όλο και περισσότερο και πολλαπλασιάζονται οι ερωτήσεις. Οπότε ίσως οι γκραφιτάδες να είναι σωστοί κι εγώ λάθος, ίσως πραγματικά το μόνο που μπορεί να παραμορφωθεί χωρίς αρνητικές συνέπειες είναι η εικόνα και η εμπειρία της πόλης, όχι οι δομές της.

Αυτό που θέλω να κρατήσω όμως από όλες αυτές τις γενικότητες είναι η ουσία του πράγματος και αφορά την θέση και το είναι των γκραφιτάδων. Θεωρώ ότι αυτοί οι νέοι είναι φορείς μιας αστικής κουλτούρας που είναι και “αστική” και “κουλτούρα” στην ουσία της γιατί αφορά το άστυ ως χώρο συγκρότησης του υποκειμένου μέσα από την διαλεκτική του σχέση και διάδραση με αυτό. Δεν θα σταθώ στο αν το ίδιο το γκράφιτι είναι κοινωνική έκφραση, επαναστατικό μανιφέστο, εικαστικό γεγονός ή “τέχνη” και δεν με ενδιαφέρει ο ορισμός του ως προϊόν μιας ανάλυσης των κοινωνικών καταβολών του (τουλάχιστον όχι σε αυτό το ποστ, ίσως αρμόδιος να πει πιο πολλά είναι ο φίλος μου ο kert). Με ενδιαφέρει το αυτό του αστικού γεγονότος και κυρίως του ατόμου που το συνθέτει. Για την πόλη λοιπόν το γκράφιτι είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο και για το άτομο μια επιλογή ανάμεσα σε πολλές. Θα σταθώ στο δεύτερο και θα πω ότι το να τρέχεις με ένα σακίδιο γεμάτο με σπρέυ για να βάψεις τοίχους και να αφήσεις (συχνά να κεντήσεις) ένα αποτύπωμα δικό σου (και όχι το σύνθημα για μια ομάδα ή ένα κόμμα) κουβαλάει πολύ περισσότερη γοητεία, οραματισμό και αγάπη για τα πράγματα και είναι συνάμα πιο πραγματικό από το να βγαίνεις με το αυτοκίνητο του μπαμπά σου στον Κιάμο όντας μόλις 19. Αυτό δεν έχει να κάνει με το τι είσαι αλλά με το τι θέλεις να είσαι, με το αν διαλέγεις να φτιάχνεις αυτό που ζεις ή να αφήνεις τους άλλους να το φτιάχνουν για εσένα και τελικά με το αν εσύ ο ίδιος επιλέγεις να εικονογραφείς εκτός από το να εικονογραφείσαι.

Δυστυχώς από την άλλη, το παράλογο στο γκράφιτι σήμερα είναι ότι εξακολουθεί να υπάρχει το φλερτ με το κυνηγητό και τα όρια της παρανομίας και γι’ αυτό φυσικά δεν φταίνε οι γκραφιτάδες, αν και είναι γεγονός ότι πολλοί εξιτάρονται από αυτό. Δεν ξέρω αν το γκράφιτι θα ήταν το ίδιο αν δεν υπήρχε το κυνηγητό και η αίσθηση του κινδύνου αλλά νομίζω ότι είναι καιρός να καταλάβει η κοινωνία ότι αυτός ο νέος κόσμος που στρέφεται προς τέτοιες δράσεις δεν είναι απαραίτητα ούτε υπόκοσμος ούτε αλητεία. Προσωπικά μάλιστα νομίζω το αντίθετο, ότι συχνά αυτοί οι νέοι συγκροτούν ή δύνανται να συγκροτήσουν μια νεανική avant garde παίζοντας κυρίαρχο ρόλο στην κουλτούρα και το είναι της πόλης κι ας μου λερώνουν τοίχους ή βαγόνια τρένων. Επιπλέον οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι αυτές οι καταστάσεις δεν είναι απλά μια παρενέργεια στο αστικό τοπίο αλλά το απολύτως φυσικό προϊόν του αστικού τρόπου ζωής που συγκροτείται και συγκροτεί την πόλη ως τέτοια, ως “πόλη” όπου το υποκείμενο συμμετέχει ενεργά συγκροτώντας τον χώρο του και γι’ αυτό πριν να δούμε το φαινόμενο ως γκράφιτι, ως αστική δράση, ως τέχνη κλπ πρέπει να το βιώσουμε ως κάτι απολύτως ανθρώπινο, ως ένα στίγμα ανθρώπινης παρουσίας που διασφαλίζει τον εξανθρωπισμό του αστικού χώρου, που γεννά την έννοια τόπος.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Αφορισμοί ....συνέχεια...

«Και ψύλλους καλιγώνει», λένε στο χωριό μου για κάποιον επιτήδειο. Σήμερα οι επιτήδειοι είναι πια πολλοί. Όσο κι αν ψάξεις, δεν πρόκειται να βρεις ψύλλο για ψύλλο απετάλωτο.

Η σύγχρονη τέχνη είναι το δεκανίκι του «αποϋλοποιημένου» καπιταλισμού. Του πέφτει κάπως κοντό, αλλά εκείνος, σκύβοντας, βολεύεται.

Χωρίς όραμα και πρόταγμα πέρα από την «επιτυχία» με όρους αγοράς, χωρίς δηλαδή μια ηθική και πολιτική στάση και χωρίς έναν αξιολογικό κώδικα, οι καρικατούρες ανθρώπων κινούνται σπασμωδικά, κάνοντας πολλή φασαρία στο διάβα τους. Ωστόσο, το «έργο» και ο βίος τους έχουν το βάρος μιας σαπουνόφουσκας – ικανό ομολογουμένως βάρος για να γείρει την πλάστιγγα προς τη μεριά του ασήμαντου.

Προχωράμε με τον χάρτη στα χέρια, με την ευεξία που προκαλεί η θέα στον αμέριμνο περιηγητή, στα μονοπάτια που άλλοι αναγκάστηκαν κοπιωδώς, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους, να διανοίξουν για να μπορέσουν να προχωρήσουν.

Είναι δύσκολο να αρνηθείς την πρόσκληση σε γεύμα όταν είσαι πεινασμένος. Ακόμα κι αν το φαγητό είναι άνοστο, οφείλεις να δείξεις την ευγνωμοσύνη σου σ’ εκείνον που σε ετάισε.

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, λένε. Και τότε ποιος θα έχει απομείνει που θα τον αφορά;

Όλοι μας λίγο-πολύ αναπαράγουμε το σύστημα. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Δεν είναι όμως αναπόφευκτο να το χειροκροτούμε κιόλας.

Είμαστε όλοι ευφυείς άνθρωποι και νομίζουμε ότι έχουμε καταλάβει πώς παίζεται το παιχνίδι. Κάποιους δεν τους πειράζει που παίζεται με σημαδεμένη τράπουλα, αρκεί να είναι μ’ εκείνους που την έχουν σημαδέψει. Υπάρχουν και κάποιοι αφελείς, που θεωρούν ότι οι κανόνες ορίζουν το παιχνίδι και παίζουν με την ελπίδα ότι θα κερδίσουν μια από τις επόμενες παρτίδες. Πρόκειται φυσικά περί πλάνης. Όταν συνειδητοποιήσουν τη θέση τους θα είναι πια αργά – θα έχουν χάσει ήδη πολύ περισσότερα από όσα θα έχουν κερδίσει.

Κάθε στιγμή απομυζάμε τις δυνατότητες του μέλλοντος.

Η επερχόμενη καταστροφή είναι πλέον προφανής, ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Κι αν εμείς συνεχίζουμε να παριστάνουμε τους τυφλούς δεν φταίει το δυνατό φως, φταίει το βαθύ σκοτάδι.

Το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί στον καθέναν ξεχωριστά δεν συναθροίζεται απλώς. Υπερπολλαπλασιάζεται μέσα στην πολύπλοκη εξίσωση των ανθρώπινων επιθυμιών, βουλήσεων, δοξασιών, προσδοκιών και πράξεων.

Αγνοούμε επιδεικτικά τον τρόπο με τον οποίο η φύση μεταφράζει την έκφρασή της στα διάφορα επίπεδα της ύπαρξης. Από την ανόργανη ύλη έως τον άνθρωπο, η γλώσσα της είναι κοινή και συναφής, οργανωμένη ωστόσο σε βαθμίδες πολυπλοκότητας. Όχι σε μια ιεραρχική σχέση, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς, το «κορυφαίο δημιούργημα», αλλά σε μια κατάσταση αδιάλειπτης «συνομιλίας». Έχουμε πια ξεχάσει πως ό,τι παραβιάζει τη συνθήκη της ύπαρξης, ό,τι αποτελεί ύβρι για τον κόσμο, δεν είναι παρά το προάγγελμα της νεκρικής σιγής.

Σε σχέση με την αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης έχουμε τις εξής δύο επιλογές: είτε να πιστέψουμε ότι οι επιλογές μας είναι περιορισμένες είτε ότι οι επιλογές μας είναι πολλές.

Λένε ότι κάθε αρχή έχει ένα τέλος, δεν λένε όμως ότι κάθε τέλος δεν έχει μόνο μία αρχή.

Ο αφοριστικός λόγος δεν σηκώνει άρνηση. Είναι αυταπόδεικτος.

Μπορούμε πάντα να κάνουμε στροφή· αντί να συνοδοιπορούμε, να έρθουμε αντιμέτωποι.

Να μην υποχωρούμε από την επιθυμία μας. Να μη θέλουμε να αλλάξουμε απλώς τον κόσμο – να θέλουμε να τον αλλάξουμε συθέμελα!

Αφορισμοί

Η τέχνη, ο αθλητισμός και η φιλανθρωπία είναι οι «ευγενικές» εκείνες ενασχολήσεις που προσφέρουν στις κυρίαρχες τάξεις την κοινωνική καταξίωση που η ισχύς και ο πλούτος δεν μπορούν από μόνα τους να εξαγοράσουν. Επιβεβαιώνουν έτσι τον Άνταμ Σμιθ: η ματαιοδοξία τους είναι το κίνητρό τους. Θα ευχόμουν να ήταν μόνον δικό τους.

Το χάσμα μεταξύ της νοητής, φανταστικής «μορφής» και της μεταφοράς της στην πραγματικότητα είναι το επίμονο, μόνιμα ανοιχτό τραύμα του καλλιτέχνη. Υπάρχει πάντα κάτι που διαφεύγει, ακόμα και στην καλύτερη εκτέλεση. Τα υλικά της φαντασίας είναι απείρως πιο εύπλαστα και οι περιορισμοί της ύλης δεν έχουν υπόσταση εκεί. Η πραγματικότητα θολώνει τη διαύγεια της φαντασίας.

Στον κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενο «χώρο της τέχνης και του πολιτισμού» είναι αρκετοί εκείνοι που κινούνται έρποντας. Ενίοτε μεταμορφώνονται από γλοιώδη έρποντα σε σαρκοβόρα θηρία. Και τότε αποκαλύπτεται η κατάλευκη οδοντοστοιχία τους.

Ο ρόλος των MME είναι παρόμοιος μ’ εκείνον της ενσωματωμένης διανόησης: αναμηρυκάζουν τις έννοιες και τις ιδέες που είναι δύσπεπτες ακόμα και για το στομάχι του συστήματος, που θέλει όλα να τα αλέθει. Είναι τα οξέα που διαλύουν αργά και με επιμονή κάθε δύσπεπτη τροφή, την μετατρέπουν σε χυλό που όσο εύκολα χωνεύουμε άλλο τόσο εύκολα αφοδεύουμε.

Η σύγχρονη κουλτούρα ανακυκλώνει τη βία και τη δυστυχία· τις σκηνοθετεί ως θέαμα. Τώρα, οι εικόνες που αφηγούνται ανθρώπινες ιστορίες από τους σκουπιδότοπους του συστήματος, αντί να λειτουργούν ως κριτική αυτού του συστήματος, λειτουργούν ως επικύρωση του «πλουραλισμού» του.

Η τηλεόραση είναι αφηγηματικό μέσο: αφηγείται συνεχώς τον εαυτό της.

Η τεχνολογία μάς «τεχνολογικοποιεί», δεν «εξανθρωπίζουμε» εμείς την τεχνολογία. Όμηροι της ψευδαίσθησης της κυριαρχίας μας επί των κατασκευασμάτων και των επινοήσεών μας θελγόμαστε από το μύθο του ελέγχου και της επιλογής να δρούμε ορθολογικά και σύμφωνα με το ζωτικό συμφέρον μας και εθελοτυφλούμε μπροστά στην εκμηδένισή μας από εκείνα που θέλουμε να ελέγξουμε.

Η φαινομενολογία της απελπισίας διαφημίζεται σήμερα ως «δίψα για τη ζωή», το μηχανικό νευρόσπαστο έχει αναδειχτεί ως ο νέος ανθρωπολογικός τύπος.

Άνθρωποι κενοί και ανερμάτιστοι, στα όρια της ψύχωσης – καταναλώνουν με λαιμαργία το σύμπαν.

Απύθμενη εγωπάθεια, αφελής αισιοδοξία.

Η ουτοπική προσδοκία της «ευτυχισμένης ζωής» διακονείται από τη συνεχώς και επισταμένως προβαλλόμενη αφθονία της αγοράς και την υπαρκτή δυνατότητα διαβίωσης σε έναν επίγειο παράδεισο υλικών απολαύσεων του οποίου οι πύλες, όπως διατείνονται οι φύλακες-άγγελοί του στις διαφημίσεις τους, είναι ορθάνοιχτες, δυνάμει προσπελάσιμες από όλους. Μα, κυρίως, αυτός ο παράδεισος είναι πραγματικός.

Η αγκαλιά της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης τους χωράει όλους. Άλλους για να τους χαϊδέψει και άλλους για να τους συνθλίψει.

Θέλουν να βάλουν την ταφόπλακα στην ουτοπική επιθυμία, και να αναγράψουν σε αυτήν: «Ό,τι κι αν πόθησα έμεινε ανεκπλήρωτο. Πέθανα πριν προλάβω καν να ζήσω».

Από το καρτεσιανό «σκέφτομαι άρα υπάρχω» φτάσαμε στο «έχω άποψη άρα υπάρχω». Όμως η άποψη δεν είναι παρά δοξασία. Και δοξασία δεν σημαίνει απαραίτητα σκέψη. Η άποψη δεν είναι πάντοτε προϊόν σκεπτικής διαδικασίας. Έχει περισσότερο σχέση με τις ενορμήσεις και τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις παρά με τη σκέψη και τον λόγο. Άποψη έχει ο καθένας και δικαιούται να την εκφράζει ελεύθερα. Επ’ ουδενί όμως θα πρέπει να συνάγουμε απ’ αυτό ότι η κάθε άποψη που διατυπώνεται είναι εξ ίσου έγκυρη με κάθε άλλη. Η έκφραση της άποψης είναι δικαίωμα, η αξιολόγηση των απόψεων είναι καθήκον.

Η ελευθερία να λέμε ό,τι μας υπαγορεύεται από τις περιστάσεις δεν είναι πραγματική ελευθερία, είναι η ελευθερία που μας παραχωρεί ο ηγεμόνας αφού γνωρίζει πολύ καλά ότι θα τη χρησιμοποιήσουμε για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός από το να αμφισβητήσουμε την ηγεμονία του. Πολύ ωραία! Μπορούμε τώρα να είμαστε, επιτέλους, σύγχρονοι με τους καιρούς. Να είμαστε το νέο είδος υποκειμένων που γιορτάζουν την υποταγή τους ως την ύψιστη ελευθερία τους…

«Αλλαγή», «ανεξαρτησία», «ατομικότητα» λένε, και εννοούν αποξένωση, απομόνωση, αποκλεισμό. Είναι η άλλη όψη των επιχρυσωμένων νομισμάτων, που η κατοχή τους μας κάνει να αισθανόμαστε πλούσιοι – τουλάχιστον μέχρι να αποκαλυφθεί ότι τα λαμπερά χρυσά νομίσματα είναι κίβδηλα, ότι οι τραπεζίτες μας έχουν εξαπατήσει. Μας άρεσε η χλιδή όμως και δεν παραπονιόμασταν…

Θα ήθελα να αποκτήσουν όλοι πρόσωπο, έτσι ώστε να συνδιαλέγομαι με πραγματικούς ανθρώπους και όχι με ιδιότητες, τίτλους, θεσμικούς ρόλους και επαγγέλματα. Μόνο που φοβάμαι τι θα αντικρύσω.

Ο αστικός, πατριαρχικός τρόπος οργάνωσης της οικογένειας και των κοινωνικών σχέσεων καταπιέζει ενώ ταυτόχρονα μας προσκαλεί στο αναφαίρετο δικαίωμα της πατροκτονίας.

Η αιτιώδης συνάφεια των φαινόμενων δεν αποκλείει την πολλαπλότητα των μορφών εκδήλωσης αυτών των φαινόμενων. Η ενδελεχής επισκόπηση των δεδομένων δεν είναι σε θέση να διευκρινίσει τις πολυποίκιλες τροπικότητες του είναι και τις πολυσχιδείς εκφράσεις του.

Αυτό που ζούμε δεν είναι η γέννηση του νέου, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά ο επιθανάτιος ρόγχος του παλιού. Το ξεψύχισμα μιας τελειωμένης πίστης που μας έχει οδηγήσει σε μια διεστραμμένη αντίληψη για τον κόσμο και την ύπαρξη – με αποκορύφωμα την καταστροφική επιβολή μας επί της φύσης.

Αν στην καταστροφή της φύσης αντιπροτείνουμε την «οικολογική συνείδηση» δεν λύνουμε κανένα πραγματικό πρόβλημα, απλώς προσπαθούμε μάταια να επουλώσουμε ένα θανάσιμο τραύμα με κομπογιαννίτικο τρόπο – ο ασθενής, εν τω μεταξύ, θα έχει μάλλον πνεύσει τα λοίσθια.

Το συμβολικό καλύπτει σαν πέπλο τα πάντα, αλλά το πραγματικό διαρρηγνύει αυτό το πέπλο. Όσο και αν επιδιώκουμε να το συγκαλύψουμε, το πραγματικό κάνει συνεχώς αισθητή την παρουσία του: είναι το υπόστρωμα του συμβολικού. Το όνειρο, το βίωμα, το συναίσθημα, δεν είναι γλώσσα, αν και εκφράζονται μέσω αυτής, είναι «καταστάσεις», τελεστικές πράξεις. Μέσα στο συμβολικό διευθετούμε απλώς τις υποθέσεις μας, δεν κατοικούμε ποτέ εξολοκλήρου.

Κάθε ρήγμα γεννάει την επιθυμία αποκατάστασης της ολότητας.

Ο κόσμος δεν έχει νόημα, ούτε τέλος (σκοπό). Αυτά είναι αποκλειστικά ανθρώπινες υποθέσεις. Γι’ αυτό και μας αφορούν.

Να χρησιμοποιούμε τη «θετική» μορφή για να κάνουμε πιο ισχυρή την άρνησή μας.

Έρωτας και διπλωματία

Βρε τι σου είναι η σύγχρονη διπλωματία. Σαν τις καθημερινές ανθρώπινες ερωτικές σχέσεις.

Χρόνια “τα είχε” η Τουρκία με το Ισραήλ, το οποίο το γνώρισε σε ένα πάρτι που έκανε η USA. Έκτοτε ήταν “κολλητάρια”. Και η σχέση τους δεν ήταν “πλατωνική”. Έκαναν συχνά και… κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.

Αλλά πόσο κρατάει μια σχέση; Η Τουρκία άρχισε να ξενοκοιτάει προς ανατολάς. Κάτι νταβραντισμένους Άραβες και κάτι Ιρανούς τσαμπουκάδες, όπως και τους φίλους τους στη Μ. Ανατολή.

Το Ισραήλ το πήρε χαμπάρι. Βρήκε στην τσέπη της Τουρκίας κάτι ραβασάκια για διαμεσολάβηση στο θέμα των πυρηνικών του Ιράν και έγινε θηρίο.

Εκεί μπαίνει και η Ελλάδα που μέχρι τότε είχε με το Ισραήλ σχέσεις τυπικές. Μια καλημέρα δηλαδή, ενώ της έστελνε και κάτι πρώιμα καρπούζια χειμωνιάτικα. Μέχρις εκεί.

Όταν όμως είδε ότι η “σχέση της” ήθελε να ξενοικομάται για να παίξει ακόμη πιο ηγετικό ρόλο στην περιοχή, άρχισε να προσέχει τα “κάλλη” της Ελλάδας. Πτωχή πλην τίμια, από καλή οικογένεια με ιστορία και με σπίτι γωνιακό στο Αιγαίο.

Άσε που η κολλητή της Ελλάδας, η Κυπριακή Δημοκρατία, “είχε τον τρόπο της” και κάτι μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου στα χωρικά της ύδατα, τόσα μετά συγχωρήσεως.

Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος; ¨Η μήπως το Ισραήλ κάνει τα “γλυκά μάτια” στην Ελλάδα για να πικάρει την Τουρκία ώστε να επιστρέψει άνευ όρων στην αγκαλιά του; Θα δείξει.

Όλα εξαρτώνται από την “κοινή φίλη” όλων, αυτή την υπερατλαντική προξενήτρα, την USA, η οποία παίρνει μεγάλο ποσοστό από τις “προίκες” στους γάμους που κανονίζει.

Αυτή η “διεστραμμένη” μεγάλη δύναμη θα ήθελε όλοι οι πρωταγωνιστές (Ιράν, Τουρκία, Ισραήλ, Ελλάδα, Παλαιστίνη. Κύπρος) να συμμετέχουν μαζί της σε ένα όργιο, όπου όλοι πλην της ίδιας να έχουν τον… παθητικό ρόλο.

Αλλά, χριστιανοί οι μεν, μουσουλμάνοι οι δε, έχουν κάποιες αρχές. Έτσι οι σχέσεις παραμένουν δύσκολες! Η Ελλάδα περνά κρίση κατάθλιψης, η Τουρκία κρίση ηγεμονισμού, το Ισραήλ έχει σύνδρομο καταδίωξης και το Ιράν παλιμπαιδισμό αφού παίζει με τα όπλα.

Ο αστάθμητος παράγων της σύγχρονης διπλωματίας είναι μια καινούρια “μοντέλα” που πήρε τον τίτλο “Μις Οικονομία 2010″, η Κίνα. Όποιος κοιτάξει τα προσόντα της δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της.

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Σώστε μας από τους… «Σωτήρες»


Ο σημερινός άνθρωπος διακατέχεται από μία παράλογη τάση: θέλει μανιωδώς να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του. Αν ψάξουμε λίγο γύρω μας θα παρατηρήσουμε ότι τελικά ο άνθρωπος δεν είναι τόσο «απάνθρωπος» όσο συνηθίζουμε με μανία και με δύναμη λόγου να υποστηρίζουμε. Απόδειξη: οι πολυπληθείς ομάδες, οργανώσεις, οργανισμοί, σελίδες στο διαδίκτυο, που προβάλλουν ως στόχο την παροχή διεξόδου από τις «μάστιγες» του/ων αιώνα/ων μας όπως την πείνα, την ανεργία, τον ρατσισμό, τις αρρώστιες, τα ναρκωτικά, την κοινωνική ανισότητα και γενικά κάθε είδους απόκλιση από το κοινώς αποδεκτό.

Δεν νοείται μάλιστα οργάνωση- που να σέβεται τον εαυτό της και να «προασπίζει» τα ανθρώπινα δικαιώματα -αν δεν περιλαμβάνει στο πρόγραμμά της τουλάχιστον τα τρία πρώτα (πείνα, ανεργία, ρατσισμός), καθώς αυτά «φοριούνται» πολύ στις μέρες μας και το πιθανότερο είναι να αργήσουν αρκετά να φύγουν από τη μόδα.
Και όμως θα ρωτήσετε (και πολύ καλά θα κάνετε) τι βγήκε με αυτό; Μήπως σταμάτησε η πείνα και η ανεργία; Μήπως τα προβλήματα λύθηκαν και όλοι τώρα ζούμε χαρούμενοι ο ένας δίπλα στον άλλον (μάλλον ο καθένας μόνος του, τι να κάνουμε τον πλησίον αν όλα τα προβλήματα λυθούν; Αφού θα τα καταφέρνουμε και μόνοι μας χωρίς δυσκολίες και αγωνίες. Εδώ τα καταφέρνουμε μόνοι μας τώρα…) με μια ωραία δουλειά, ένα απλό αυτοκίνητο και ένα βολικό σπίτι (μονοκατοικία κατά προτίμηση); ΌXI; Μα καλά τότε οι τόσοι «αρμόδιοι» τι κάνουν;

Δεν ξέρω αν σας έχει περάσει από το μυαλό την ώρα που περπατάτε στο δρόμο και κοιτάζετε τους ανθρώπους ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν ταιριάζει με το όλο σύνολο ή μάλλον ότι κάποια πράγματα παραείναι κανονικά. Όσοι το έχουν νοιώσει αυτό, έστω και σαν μια γενική αίσθηση θα με καταλάβουν ευκολότερα στη συνέχεια. Όσο για τους υπόλοιπους που δεν έχουν σκεφτεί ανάλογα… ας πρόσεχαν.

Εμείς οι άνθρωποι λοιπόν έχουμε τρελαθεί τελείως. Από τη μια αυξάνουμε συνεχώς τα προβλήματα και από την άλλη συγκροτούμε όλο και περισσότερες ομάδες για να λύσουν τα προβλήματα αυτά. Τελικά, ξέρουμε τι θέλουμε; Βασικά δεν ξέρουμε καν αν έχουμε το δικαίωμα της βούλησης. Σκεφτείτε λίγο πόσοι άλλοι αποφασίζουν χωρίς εμάς, για μας. Και όχι μόνο αυτό αλλά τους λέμε και ευχαριστώ από πάνω. Ας γίνω όμως πιο συγκεκριμένος.

Είναι γνωστό, ότι σήμερα, ελάχιστοι άνθρωποι ορίζουν τις μοίρες των πολλών, λίγοι είναι αυτοί που καθορίζουν ποιες χώρες θα μπουν στο κλαμπ των αναπτυγμένων, ποιες θα έχουν τη μεγαλύτερη ανεργία και ποιες θα αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες κοινωνικές διαταραχές. Και το δικό μας ευχαριστώ… μα ποιο άλλο: η ραγδαία αύξηση της κοινωνικής (από)ευαισθητοποίησης μέσα από τις υπάρχουσες οργανώσεις, κόμματα, συλλόγους, για την «προστασία» των ανθρώπων.

Το φαινόμενο αυτό αποτελεί για την σύγχρονη κοινωνία μια πιο εξευγενισμένη μορφή ενός άλλου παλιότερου είδους αποχαύνωσης, τον υλισμό. Ο υλισμός έγινε πράξη κυρίως στην κάμψη της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και κυριαρχεί συνήθως σε περιόδους λίγο πριν την κατάρρευση-μήπως μια τέτοια εποχή διανύουμε;

Το βασικό ερώτημα όμως είναι για ποιον λόγο είναι λάθος ο τρόπος προσέγγισης αυτών των -ομολογουμένως- σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων. Ουσιαστικά είναι σαν να προσπαθούμε να σβήσουμε τη φωτιά με οινόπνευμα. Προσπαθούμε να βγούμε από τον υλισμό με το να γινόμαστε περισσότερο υλιστές. Ποια είναι η μοναδική απαίτηση για να είσαι επιτυχημένος μέσα στον κόσμο; Το χρήμα. Ποια είναι στην ουσία τα βασικά αιτήματα των περισσότερων οργανώσεων; Κανένας πεινασμένος, κανένας φτωχός, όλοι ίσοι δηλ. μια ωραία δουλειά, ένα απλό αυτοκίνητο και εκείνη τη… μονοκατοικία. Υπάρχει διαφορά; Α! Ναι. Το ξέχασα. Υπάρχει και ο ιδεολογικός τομέας. Τα αγνά ιδανικά. Για έναν καλύτερο κόσμο… το δόλωμα της υπόθεσης. Αυτό που τραβάει τους ανθρώπους στο μαντρί για να αποποιηθούν εκείνο το ξεπερασμένο cogito ergo sum. Μέχρι να έρθει ο τσοπάνης και να το διορθώσει: σκέπτομαι άρα υπάρχετε.

Υπερβολή όλα αυτά; Μπορεί. Άλλωστε στην κοινωνία της υπερβολής δεν ζούμε; Υπερβολή στο φαγητό, αν και πεινάμε. Υπερβολή στα έξοδα, αν και είμαστε άνεργοι. Υπερβολή στην ισότητα, αν και είμαστε ρατσιστές. Και όχι, η υπερβολή δεν είναι προτέρημα των λίγων είναι δικαίωμα των πολλών. Γι’ αυτό δεν αγωνιζόμαστε; Για να έχουμε δικαίωμα στην υπερβολή και άμα κάνουν το λάθος και μας το αφαιρέσουν γινόμαστε θηρία.

Αλήθεια υποχρεώσεις έχουμε; Πότε κάναμε αγώνα για τα καθήκοντά μας; Πότε ιδρύσαμε οργάνωση ανθρωπίνων υποχρεώσεων; Μάλλον αφήσαμε αυτή τη δουλειά για το κράτος και φυσικά βρίσκουμε ένα αποκούμπι αν κάτι πάει στραβά να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τις κατηγορίες. Ποτέ δεν ωριμάσαμε σαν κοινωνία. Απλώς μεταφέραμε αλλού το βάρος. Ποτέ δεν αγωνιστήκαμε -δεν το επιδιώξαμε-. Απλώς μεταφέραμε την αδράνεια και τον φόβο στους δρόμους, με κενά συνθήματα που μοναδικό στόχο έχουν να καλύψουν τη φωνή της συνείδησης. Ποτέ δεν καταλάβαμε ότι η κατάσταση δεν διορθώνεται από το εύκολο έξω αλλά από το απαιτητικό μέσα.

Είχα ακούσει κάποτε μία παρομοίωση: «Αν φανταστούμε τον κόσμο καλυμμένο με αγκάθια και τον άνθρωπο πάνω σε αυτόν ξυπόλητο. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μπορέσουμε να περπατήσουμε. Ο ένας είναι να στρώσουμε τον κόσμο με ένα τεράστιο χαλί που θα καλύψει τα αγκάθια και ο δεύτερος είναι να φορέσουμε παπούτσια». Εμείς προτιμούμε τον πρώτο τρόπο. Ματαιοπονούν όσοι έχουν καλή πρόθεση και ασχολούνται με την βελτίωση του κόσμου, στρώνοντας αυτό το χαλί που και αδύνατο είναι να καλύψει τα αγκάθια αλλά και οι ίδιοι ματώνουν πατώντας πάνω στις μυτερές άκρες των καθημερινών προβλημάτων.

Μα και πάλι, τι άλλο να κάνουμε; Εμείς συνεχίζουμε μία παράδοση. Έτσι μάθαμε τα πράγματα ότι αλλάζουν. Μα…δεν τα είδαμε ποτέ έτσι να αλλάζουν. Είναι πάγια τακτική των άλογων ανθρώπων να υιοθετούν το γνωστό «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». Υπάρχει ανεργία, όλοι να βρουν δουλειά, μέχρι και η κουτσή-Μαρία- ή μάλλον η τεμπέλα-Μαρία-. Πεινάει ο κόσμος, δώστε φαγητό στον κόσμο ή παντεσπάνι (όπως προτιμάτε). Πολεμά ο κόσμος, δώστε του ειρήνη -τη δική σας ειρήνη- ως μέσο για καινούριους πολέμους. Έχουμε φτάσει λοιπόν, στο αντίθετο άκρο ή, αν θέλετε, καταργήσαμε τα άκρα και καταλήξαμε στη μεσότητα. Και αυτή η μεσότητα δεν έχει καμία σχέση με το αριστοτελικό μέτρο Είναι η μεσότητα της επιφάνειας, της ηθικής αλλοίωσης, του παθητικού φιλελευθερισμού. Είναι λίγο δημοκρατία και λίγο δικτατορία, λίγο δίκαιο και λίγο άδικο, λίγη αλήθεια και πολύ ψέμα. Τι μας μένει να κάνουμε;

Πριν το ρίξουμε στην απογοήτευση (αν και πιστεύω ότι ελάχιστοι από εσάς θα το πάρουν τόσο βαριά…), ας σκεφτούμε τις εναλλακτικές λύσεις, ας σκεφτούμε την λύση των «παπουτσιών» που αναφέραμε παραπάνω. Τι είναι όμως αυτά τα «παπούτσια»; Είναι η προοπτική με την οποία βλέπουμε τα πράγματα. Προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, ας προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Και αυτό δεν είναι η εύκολη λύση, είναι η αναγκαία λύση. Το έξω πάντα αλλάζει σύμφωνα με το μέσα και αν αυτό φαίνεται καθαρά ουτοπικό, είναι γιατί ποτέ δεν έχουμε δοκιμάσει.

Βλέπουμε τα προβλήματα των έξω γιατί δεν έχουμε λύσει τα προβλήματα των έσω, τα δικά μας προβλήματα που μας εγκλωβίζουν και αντικατοπτρίζονται στην πείνα, την ανεργία, τον ρατσισμό. Όχι πως δεν υπάρχουν και αυτά. Αλλά εμείς δεν βλέπουμε ούτε την πραγματική τους διάσταση, ούτε την αρχική τους αιτία. Και αρχική αιτία δεν είναι αυτοί οι «λίγοι», που λέγαμε ότι καθορίζουν τις τύχες μας, αλλά εμείς οι πολλοί, το κοπάδι, οι απρόσωποι που στρεφόμαστε κατά του εαυτού μας, όχι τυπικά και θεωρητικά αλλά ουσιαστικά και δυναμικά. Αυτή είναι η δύναμη της μάζας: να τρώει τις σάρκες της, αυτή η δικαιολογία της: τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτοί οι συντονιστές της: οι παν(απ)ανθρώπινες οργανώσεις.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Post # ? : No Comments

Παρακολουθώντας τα πράγματα από μια απόσταση τις τελευταίες μέρες, έμαθα ένα σωρό πράγματα. Η κυβέρνηση βρίσκεται σε μάχη με τις απειράριθμες ελληνικές συντεχνίες, που αντιδρούν λυσσωδώς στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αυτός έχει φορέσει το κοστουμάκι της κοινής λογικής που θα εξυγιάνει την αγορά και θα επαναφέρει το ομολογουμένως χαμένο μέτρο. Η αριστερά τρέχει πανικόβλητη υποστηρίζοντας τη μία συντεχνία μετά την άλλη, τον ένα προνομιούχο μετά τον άλλο. Τα Μέσα εξηγούν στο κοινό και τους καταναλωτές της δημοκρατίας, την αναγκαιότητα και το ορθόν των αλλαγών. Απ’ τη μεριά τους, οι πολίτες στέλνουν sms στους ραδιοφωνικούς σταθμούς, βρίζοντας ανάλογα την εβδομάδα και την απεργία, τους λιμενεργάτες, τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και τους ιδιοκτήτες φορτηγών. Οι απεργίες όλων αυτών των συμπαθών τάξεων, δεν έχουν ως υπόβαθρο κάποια δίκαια ή κοινώς αποδεκτά αιτήματα, αλλά ζητούν να συνεχίσουν στην προηγούμενη κατάσταση, άσχετα ποιά ήταν αυτή. Οι υπόλοιποι, περιμένουν τη σειρά τους να απεργήσουν, τη σειρά τους να βγάλουν τα κομπιουτεράκια, τη σειρά τους να επιβιώσουν. Περιμένουν στη στάση ιδρώνοντας. Το μετρό συνεχίζει να κινείται χωρίς a/c και με αραιωμένα δρομολόγια. Τα μελτέμια αναβλήθηκαν μέχρι νεωτέρας. Η υγρασία κολλάει πάνω στα πουκάμισα.

Όλο το νόημα βρίσκεται στον θερινό παρουσιαστή ειδήσεων του MEGA. Ο τρόπος που μιλάει, ειρωνεύεται, απευθύνεται στους εκάστοτε συνομιλητές του είναι ενδεικτικός. Ο Λιάρος δεν είναι παρουσιαστής ειδήσεων. Υπάρχει στα σαλόνια μας, για να μιλήσει εξ ονόματος όλων. Υπάρχει κάτω απ’ το άσπρο σεμεδάκι της θείας μου, για να επισημάνει σε αυστηρούς τόνους στους απεργούς τα προβλήματα που δημιουργούν στον τουρισμό. Υπάρχει στο πλάι του βόμβου του a/c για να βάλει επιτέλους στη θέση τους, τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τον αναποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό. Υπάρχει στις οθόνες μας, για να μας μαλώσει που δεν προχωράμε όσο γρήγορα πρέπει στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές. Οι παρουσιαστές γεννήθηκαν και ήρθαν εδώ τον Αύγουστο του 2010 για να πουν στους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους και τους φορτηγατζήδες, ότι από δω και πέρα θα πρέπει να τελειώνουμε με τις στρεβλώσεις.

Οι παρουσιαστές και τα παραθυρένια πλάσματα δεξιά κι αριστερά τους όμως, δεν είναι οι ομιλούσες κεφαλές της κυβέρνησης ή κάποιου καναλάρχη. Δεν κάνουν τη δουλειά κάποιου εθνικού εργολάβου, δεν προσπαθούν να υπερασπιστούν τον εργοδότη τους. Αυτό θα ήταν ένα απλό φαινόμενο. Θα το κατανοούσαμε, θα το εξηγούσαμε και θα αντιμετωπίζαμε (αν και όπως μπορούσαμε τέλος πάντων). Διαβάζω και βρίσκω εξαιρετικό τον τρόπο που το θέτει η R. Adler: “Journalists see themselves as a class apart”. (Ειδικά αφού μιλάμε για την τηλεόραση μάλιστα, θα άλλαζα λίγο τη φράση, χρησιμοποιώντας την πρόταση του M. Deuze και θα έλεγα οι media workers). Στο ελληνικό χάος, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει μια νέα και εντελώς ξεχωριστή τάξη. Όλοι αυτοί, που παλιά αποκαλούνταν δημοσιογράφοι, δεν στηρίζουν κάποια συγκεκριμένη πολιτική παράταξη ή κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα. Αντίθετα έχουν αναλάβει το ρόλο του εγγυητή της τάξης και της κανονικότητας. Παρέχουν το ιδεολογικό υπόβαθρο για την εμπέδωση και προώθηση ορισμένων συνθηκών. Οι πρώην δημοσιογράφοι, μοιάζει να μην ταυτίζονται ούτε με τις ελίτ για τις οποίες εργάζονται, ούτε με τον μεσοαστό που βλέπει στις ειδήσεις το μακρινό κακό που χτυπάει τον κόσμο κάπου σε κάποιο σημείο με δύσκολη προφορά και θολά σύνορα (πχ. Κυψέλη). Μοιάζει να θεωρούν τους εαυτούς τους, α class apart, τα πιο αγαπημένα παιδιά ενός πολύπλοκου οικονομικού συστήματος, που βρίσκεται σε αναβρασμό, αναζητώντας τρόπους περαιτέρω εξέλιξης. Με άλλα λόγια αυτό που παρακολουθούμε εμβρόντητοι κάθε βράδυ στις 8, δεν είναι βλέμματα και ρεπορτάζ, αλλά γενναία δείγματα της πιο ωμής δύναμης. Είναι η εξουσία στην πιο καθαρή της μορφή.
Μία απ’ τις κυρίαρχες επιτυχίες της τάξης αυτής είναι ότι αλλάζει τον κόσμο, αλλάζοντας τις λέξεις (δικαιώνοντας έτσι με ένα διαστροφικό τρόπο τον Μαλαρμέ). Ήδη η λέξη δημοκρατία έχει ένα εντελώς καινούριο νόημα. Ένα νόημα που συναντούν οι πολίτες μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ διάστημα, τα Μέσα δεν θα πληροφορήσουν μόνο, αλλά θα λύσουν και τα προβλήματα. Δε θα ενημερώσουν, αλλά θα δημιουργήσουν και συμμαχίες κατά της ακρίβειας. Θα επικοινωνήσουν live με τον υπεύθυνο της δημόσιας υπηρεσίας. Θα παίξουν το ρόλο του δικτύου κοινωνικής προστασίας. Δημοκρατία αποκαλείται το πολίτευμα στο οποίο ο πολίτης συμμετέχει στα κοινά με τη μεσολάβηση του τηλεφωνικού κέντρου του σκάι. Δημοκρατία είναι το πολίτευμα, στο οποίο επαναπροσδιορίστηκε η έννοια της συμμετοχής και, είμαστε τυχεροί, στοιχίζει μόνο 1,10€/ λεπτό.

Στείλε σκατά, κενό και το όνομα σου στο 14870 και δε θα χρειαστεί να αποφασίσεις για τίποτα πια.

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Don't cry for me Greece

Είχα βρεθεί σε απόγνωση. Δεν ήξερα που ακριβώς να αποτανθώ για να ζητήσω βοήθεια ώστε να σώσω την τιμή και την υπόληψη της πατρίδας μου.
Που πας ρε Καραμήτρο με τέτοια spread στα ομόλογα, σκέφτηκα...
Μην έχοντας λοιπόν πολλές εναλλακτικές, αποφάσισα να γράψω μια επιστολή, η οποία μου βγήκε τόσο συγκινητική που πίστευα μέχρι κι εγώ ότι θα δάκριζε ακόμα κι ο τελευταίος αλογομούρης της Wall Street, πίστευα ότι έτσι θα έπιανα τη διεθνή κοινότητα στο φιλότιμο και μπορεί να μας έβλεπε στο τέλος με συμπάθεια για μία ακόμα φορά. Τόσα χρόνια λέω μας εμπιστεύονται και μας δανείζουν, τώρα θα βγάλει η τσέπη τους καβούρια;
Δεν είναι δυνατόν σκέφτηκα, δεν μπορεί να μας αφήσουν στο έλεος της ανυμποριάς μας, των ελλειμμάτων και των δανεικών μας (και ποιων δανεικών μωρέ, ποιος δεν χρωστάει σήμερα!) και να καταποντιστούμε σαν το Σάμαινα δύο ναυτικά μίλια από τη στεριά, δεν γίνεται να ξεπέσουμε στην ανυποληψία και να μας εξευτελίζουν καθημερινά οι κάθε λογής κερδοσκόποι της οικουμένης, ποιούς; εμάς! που μπορεί ασφαλώς να τα κάναμε σκατά, δηλαδή τι σκατά, εδώ ένα σπίτι αγοράζεις και παίρνεις στεγαστικό, ολόκληρος Δημόσιος Τομέας, μια ολόκληρη κρατική μηχανή, να μην χρηματοδοτηθεί κι αυτή με το κατιτίς της; αλλά εμείς είμαστε ο λαός ο εκλεκτός! Δεν γίνεται λέω να αφεθούμε στη μοίρα μας, δεν το θέλει ούτε κι ο Θεός ο ίδιος, εμείς είμαστε το λίκνο του Δυτικού Πολιτισμού, εμείς όταν χτίζαμε Παρθενώνες, εκείνοι κυνηγούσαν αγριογούρουνα στα δάση, όταν εμείς τρώγαμε ψητό χταποδάκι και χοχλιούς μπουμπουριστούς, εκείνοι τότε μόλις ανακάλυπταν εκείνη την αηδία, το σούσι!
Δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν το καλύτερό μου κείμενο, ω ναι, ήταν, ακόμα κι εγώ τελικά με ζήλεψα κι έφτυνα τον κόρφο μου μη με ματιάσω! Έλα όμως που φαίνεται ότι είναι γραφτό της μοίρας μας να τραβήξουμε το κουπί μονάχοι μας και να λουστούμε αυτά που κοροϊδεύουμε;
Το κείμενο ήταν τόσο συγκινητικό που μέχρι κι εγώ έβαλα τα κλάματα με αυτά που έγραφα! Δεν άντεξα να το στείλω, τους λυπήθηκα, ω ναι, κι έτσι πάτησα το delete!
Όλα έγιναν στάχτη και μπούρμπερη!
...και τώρα τι;
Ωιμέ!
Συμφορά!
Πως θα ξεπληρώσω το Καγιέν τώρα ο άνθρωπος;
Με τι μούτρα θα ξαναβγώ στην Oxford street για μοντελάκια;
Πως θα επισκευάσω τώρα το τζακούζι στο σαλέ μου στην Αράχοβα;
Με τι όρεξη θα ξαναφάω σούσι;
Don’t cry for me Greece και για την μαύρη μου κατάντια, the truth is I never left you, τούτο το δρόμο θα τον διαβούμε μαζί, όπως κάνουμε χρόνια τώρα.
Don’t cry for me Greece, γιατί αντί να κλαις εσύ για μένα, θα πρέπει εγώ να κλάψω και να γελάσω με ΄σένα πρώτα απ’ όλα.
Don’t cry for me Greece, μπορεί εγώ να κάνω την καρδιά μου πέτρα και να την βγάλω τελικά με τα ετοιματζίδικα, αλλά εσύ όμως προετοιμάσου για να φορέσεις το τελευταίο κοστουμάκι της υψηλής χρηματοπιστωτικής ραπτικής.
Don’t cry for me Greece, εγώ τον καφέ μου πάντα πικρό τον έπινα, εσύ απλά έχεις μάθει στο λουκούμι.
Don’t cry for me Greece, μπορεί τελικά και να την σκαπουλάρουμε, περίμενε να κατακάτσει πρώτα ο κουρνιαχτός και ίσως πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας (τα λούσα) θα ΄ναι!
Don’t cry for me Greece, το κλάμα σπάει την επιδερμίδα και πλέον δεν υπάρχει σεντς μήτε για ενυδατική!

ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

Πάτερ μου, θα είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε μια απόδειξη για το μυστήριο;
Τέκνο μου, τα μυστήρια δεν θέλουν αποδείξεις! Πίστευε και μη ερεύνα!
Δεν εννοούσα τέτοια απόδειξη, πάτερ, από τις άλλες εννοούσα, εκείνες που ζητάει η εφορία!
Εδώ, τέκνο μου, ισχύει το "πλήρωνε και μη ερεύνα". Τι να γράψω δηλαδή ο Χριστιανός στην απόδειξη "back vocals 200 ευρό και αμοιβή παπά άλλα 50"; Αμαρτία!
Αμαρτία είναι να μην δίνετε αποδείξεις, πάτερ.
Μα εκεί στηρίζεται όλη η θρησκεία, τέκνο μου! Στο να μην δίνουμε αποδείξεις. Και δεν τα λέω εγώ αυτά, τα λέει ο Θεός! Γιατί ο Θεός δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι υπάρχει!
Ο Θεός χρωστάει τόσα πολλά στους ανθρώπους, πάτερ, που έχει μπει στον Τειρεσία εδώ και αιώνες.
Τι'ναι αυτά που λες παιδί μου;! Δεν έχεις τον Θεό σου!
Καλά, αυτός ο Θεός δεν σας λέει να βοηθήσετε λίγο την κακομοίρα την Ελλάδα που έχει βουλιάξει; Να δώσετε κανά οικοπεδάκι να σωθεί η χώρα...
Τι΄ναι αυτά που λες, τέκνο μου; Τι είμαστε εμείς να πουλήσουμε κτήματα, κτηματομεσίτες; Εμείς είμαστε απλά η φωνή του Θεού. Και η φωνή του Θεού μας έχει υπαγορεύσει να μην δίνουμε αποδείξεις. Αποδείξεις να δώσει η επιστήμη. Μην μπλέκουμε τα μπούτια μας, o Θεός να με σχωρέσει για το απρεπές σχόλιο, αλλά άλλο επιστήμη, άλλο θρησκεία. Kαι τώρα θα σας παρακαλούσα να αποχωρήσετε από τον ιερό χώρο γιατί πρέπει να τελέσουμε το επόμενο μυστήριο...
Που πηγαίνουν τα λεφτά σε αυτή τη χώρα... είναι ένα μυστήριο τελικά!

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Αφύσικα

Δίπλα στην καλώς νοούμενη οικολογική συνείδηση, δίπλα στην ακόμα καλύτερα νοούμενη ανησυχία και εγρήγορση για τις αλλαγές στο κλίμα και γενικότερα στο περιβάλλον που επιφέρει ο ανθρώπινος παράγοντας, έχει αναπτυχθεί και ένα ιδεολόγημα που καθιστά την φύση κάτι σαν τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου, ένα ιδεολόγημα σύμφωνα με το οποίο όταν επέρχεται η άλφα ή η βήτα φυσική καταστροφή αυτό συμβαίνει επειδή η φύση εκδικείται, εκδικείται για κάποια από τις ανωμαλίες που εμείς της προκαλέσαμε, με αποτέλεσμα πάλι εμείς να φταίμε. Το ιδεολόγημα αυτό έχει αναπτυχθεί ακριβώς επειδή ζώντας στο προστατευμένο περιβάλλον των πόλεων έχουμε αποξενωθεί από τη φύση και η αποξένωση από τη φύση έχει οδηγήσει στην εξιδανίκευση της φύσης: λίγο ακόμα και θα πειστούμε ότι αν δεν υπήρχε ο άνθρωπος που την καταστρέφει, αυτή θα μας φιλοξενούσε μέσα της όπως ο Παράδεισος τους πρωτόπλαστους. Ίσως γιατί παύοντας να πιστεύουμε στο Θεό που μας τιμωρεί μέσω της φύσης, η μόνη πειστική εξήγηση για τις φυσικές καταστροφές είναι το ανθρώπινο χέρι που επενέβη στην πάνσοφη και αρμονική φύση: κάποιος πρέπει πάντα να φταίει κι αφού δεν είναι ο Θεός, ας είμαστε εμείς· άλλωστε και στην μία και στην άλλη περίπτωση στις ενοχές μας τελικά απευθυνόμαστε.
Ωστόσο η φύση σκότωνε, σκοτώνει και θα σκοτώνει, εξολόθρευε, εξολοθρεύει και θα εξολοθρεύει, χωρίς αναγωγή σε κάποια αιτία που να έχει σχέση με το δίκαιο και την τιμωρία, χωρίς αναγωγή σε κάποια αιτία που να έχει σχέση με το καλό και το κακό, αφού το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό, είναι κάτι συναρπαστικά κατασκευασματάκια που μέσα από όλο το γνωστό μας φυσικό περιβάλλον κατοικοεδρεύουν μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Κατασκευασματάκια ανθρώπινα, κατασκευασματάκια αφύσικα.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Detached ....


Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Τον ισχυρισμό τους επιβεβαιώνουν και οι τρίτοι. Ωστόσο, για εμάς που περνάμε τα χρόνια μας παρατηρώντας τους, είναι αυτονόητο πως αυτοί οι παράξενοι τύποι δεν είμαστε εμείς. Από την άλλη, όσο και αν θα θέλαμε να ισχυριστούμε με τη σειρά μας πως τελικά εμείς οι παρατηρητές είμαστε εμείς, τους παράξενους τύπους παρατηρούμε συνεχώς για να μπορούμε να αποφαινόμαστε τι είμαστε και τι όχι.

Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Τους βλέπουμε πόσο ριζικά αλλάζουν με τα χρόνια. Τους βλέπουμε ταυτόχρονα πόσο ριζικά απαράλλακτοι μένουν. Καταγράφουμε την σταδιακή πορεία τους από έναν εαυτό προς έναν άλλο εντελώς διαφορετικό, καταγράφουμε ταυτόχρονα την με κάθε τρόπο επαλήθευση του βαθιού τους εαυτού. Καταγράφουμε τη συνομιλία και την αλληλεπίδραση αυτού που μέσα τους είναι νέο, με αυτά που δεν θα φύγουν από μέσα τους ποτέ.

Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Ισχυριζόμαστε πως τους έχουμε κατανοήσει από κάθε πλευρά, ισχυριζόμαστε πως το υλικό που έχουμε συλλέξει για αυτούς αποκαλύπτει στα μάτια μας γυμνό το ανθρώπινο μυστήριο με όλες του τις αντιφάσεις και τις σταθερότητες, τις γενναιότητες και τις δειλίες, τις ομορφιές και τις ασχήμιες. Εκείνοι παίζουν το έργο και εμείς το καταγράφουμε διαπιστώνοντας ότι κεφάλαιο με κεφάλαιο αρχίζει να σχηματοποιείται σε κάτι αληθινά ενδιαφέρον. Ξέρουμε βέβαια ότι ενδιαφέρον το καθιστά η παρατήρησή μας, η ανάγνωσή του, η κατανόησή του. Ξέρουμε δηλαδή ότι ενδιαφέρον καθίσταται ακριβώς λόγω του δυισμού μας, λόγω της αποστασιοποίησής μας από εκείνους που μας παριστάνουν.

Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Μερικές φορές η παρατήρηση μάς κουράζει, η αποστασιοποίηση μάς κουράζει, ο δυισμός μάς κουράζει. Μερικές φορές θα λαχταρούσαμε να πετάξουμε κάτω το εργαλείο της καταγραφής, να γκρεμίσουμε την απόσταση και να γίνουμε ένα με αυτούς τους παράξενους τύπους. Αλλά τι κοινό έχουμε πια μαζί τους; Αλλά τότε ποιός θα σκέφτεται; Αλλά τότε ποιός θα καταλαβαίνει; Αλλά αν καταλυθεί η απόσταση και η μεταξύ τους σχέση, πού θα είμαστε πια εμείς;

Κάτι παράξενοι τύποι περιφέρονται μέσα στη ζωή, στην τύχη· και στην ανάγκη· και στην τύχη. Τους παρατηρούμε από ανάγκη σκέτη· τίποτα το τυχαίο εδώ: βαθύς εαυτός. Αλλά μήπως έτυχε κι αυτός; Θα πεθάνουμε μην ξέροντας, θα πεθάνουμε ακόμα πιο αβέβαιοι για όλα. Οπότε προς τι το είμαι μισός παρών μισός παρατηρών; Μα δεν ξέρω. Μα δεν με νοιάζει. Ο καθένας ας περιφερθεί μέσα στη ζωή του όπως του ταιριάζει καλύτερα, όντας ένα με τον εαυτό του ή όντας δύο με τον εαυτό του, ζώντας διαρκώς τη στιγμή ή ζώντας διαρκώς το βαθύτερο νόημα της στιγμής· είτε έτσι είτε αλλιώς κάτι θα χάσει και κάτι θα κερδίσει.