Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

H αιτία της κρίσης είναι η κρίση.

Σε αυτό που αδιαμφισβήτητα είμαστε καλοί εμείς οι Ελληνες είναι στη μεταφορά ευθυνών, αρρώστησα άρα φταίει ο Θεός, τράκαρα άρα φταίει ο άλλος, έπεσα στο ίσιωμα επειδή με ματιάσανε και πάει λέγοντας...

Στο μεγάλο πρόβλημα των ημερών έχουμε ακούσει τα πάντα... φταίνε αυτοί που τα κλέψανε, φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, φταίνε οι δήθεν συνταξιούχοι κλπ κλπ, βέβαια θα πει κανείς, δε φταίνε όλοι αυτοί? Σαφώς και φταίνε αλλά εφόσον αυτά ήταν γνωστά από τα 90's δε φταίνε όλοι αυτοί που ξαναψήφιζαν το σύστημα που συντηρούσε αυτή τη κατάσταση?
Τα πρόσωπα των υπευθύνων είναι μέσα στην ίδια την οικογένεια μας, δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος γονιός σας ή μεγάλος αδερφός σας ή ακόμα και σεις να μην ψηφίσατε και να μην στηρίξατε τον δικομματισμό!
Το μεγάλο ερώτημα είναι... γιατί είτε οι γονείς σας, είτε εσείς να κάνετε κάτι τέτοιο...? μάλλον επειδή όλοι αποσκοπείτε σε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρουσφετάκι... επειδή ποτέ δεν ακούγατε τι πραγματικά έλεγε το κάθε κόμμα προεκλογικά αλλά περιοριζόσασταν μόνο στη δική σας προσωπική απολαβή.
Όλο αυτό συμβαίνει επειδή η σύγχρονη Ελλάδα κοίμισε το μυαλό της και μεγάλωσε τη κοιλιά της. Πέρα απο μια εξασφαλισμένα καλή ζωή λίγα πράγματα έχουν ενδιαφέρον. Κάθε μορφή τέχνης που κληρονομήσαμε χρησιμοποιείται σήμερα με το χειρότερο τρόπο επιφέροντας αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα απο το λόγο για τον οποίο η κάθε τέχνη δημιουργήθηκε! Κάθε παρακλάδι αυτής της ζωής έχει έναν και μόνο στόχο τα λεφτά!
Αν ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας χαρακτηρίζουν την αρχαία Ελλάδα, η σύγχρονη χαρακτηρίζεται απο τη Τζούλια, σήμερα μετράει να σε όμορφος και να χεις λεφτά, πως θα τα βγάλεις και τι θα λες δεν έχουν καμία αξία, το πνεύμα πτώχευσε και σιγά σιγά πτωχεύσαμε και ώς άνθρωποι και έτσι εύκολα πια μπορεί να μας πνίξει κάποιος σε μια κουταλιά νερό.
Γιατί δε διαμαρτυρηθήκαμε ποτε για το γείτονα που έκλεβε το δημόσιο ώστε να το κλέψουμε και μείς κάποια μέρα, δε διαμαρτυρήθηκαμε ποτέ για τη κακή μουσική που ακούμε επειδή μας είπαν πως είναι μόδα, ούτε για την αθλιότητα που έπεφτε η τηλεόραση επειδή μάθαμε να μη προσδοκούμε σε τίποτα καλύτερο απο ότι μας ταΐζουν και έτσι εξελιχθήκαμε σε άβουλα σκυλάκια του κοινοβουλευτισμού και σα σκυλάκια μόνο να γαβγίζουμε ξέρουμε αλλά ποτέ δε μας έρχετε στο μυαλό να ζήσουμε χωρίς λουρί...
Και έτσι οι κλέφτες τους οποίους βγάλαμε μας κλέβουν με έναν μοντέρνο αμερικάνικο αέρα και ξεπουλάνε γή και ύδωρ δημιουργώντας περιούσιες για τρισέγγονα και προώθηση νεοταξικών συμφερόντων!
Διασπασμένοι αποξενωμένοι με δήθεν θεωρίες και σοφίσματα που πιστεύουμε πως είναι δικά μας μας αρκεί ένα γεμάτο στομάχι και λίγο καλό σέξ για να πούμε δε βαριέσαι καλα είμαστε...

Το ταλέντο της υποκρισίας

Ψάχνω εδώ και χρόνια, να βρω τη γαλήνη. Την ηρεμία της ψυχής. Τίποτα δεν υπάρχει εδώ κοντά που να της μοιάζει. Κανείς δεν υπάρχει εδώ κοντά που να μπορεί να μου τη δώσει. Όμως έχω κάτι στο νου... Πόσο εύκολο είναι να μένεις ήρεμος όταν η αδικία σε περιβάλλει; Όταν ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για το αντίθετο; Νομίζω πως είναι πολύ δύσκολο να επιβάλλεις στον εαυτό σου να κάνει κάτι που δε νιώθει. Μάλλον το μυστικό είναι αλλού. Στην προσποίηση. Να πιστέψεις πως τίποτα δε συμβαίνει. Να δίνεις στα γεγονότα μια ερμηνεία διαφορετική από την πραγματική.
Να ζεις σε μια υποκειμενική πραγματικότητα. Να υποκρίνεσαι ότι όλα πάνε καλά. Θα λες πάντα αυτό που πρέπει να ακουστεί. Θα κάνεις πάντα αυτό που πρέπει να γίνει. Έτσι θα είναι όλοι ευτυχισμένοι, και σιγά-σιγά κι εσύ. Αυτά που θέλεις θα τα κρύβεις καλά μέσα σου και θα τα θάψεις για πάντα, μακριά από την τεκμαρτή πραγματικότητα. Πόσο εύκολο είναι όμως αυτό; Πόση προσπάθεια χρειάζεται για να το πετύχεις;
Είναι τελικά η τέχνη της υποκρισίας ο μόνος τρόπος να επιβιώσεις; Είναι τελικά η τέχνη της υποκρισίας ή η τέχνη της υποκριτικής; Μια ιδέα τριβελίζει το μυαλό μου τους τελευταίους μήνες. Δεν ξέρω αν είναι ιδέα ή αν είναι ανάγκη. Αν είναι καπρίτσιο ή απωθημένο. Ένας τρόπος υπάρχει μόνο όμως να το μάθω. Να το επιχειρήσω. Οι πιθανότητες είναι μία στις χίλιες. Και;
Ένας καθηγητής μου έλεγε «Με το αν δε γράφεται ιστορία». Και είχε δίκιο. Στη χειρότερη (και πιο πιθανή) περίπτωση θα αποτύχω. Ακόμη και τότε, κάτι θα μάθω από την αποτυχία. Κι αν δεν αποτύχω; Μου αξίζει να μην το μάθω ποτέ; Ο κάθε άνθρωπος στάλθηκε στη γη από το Θεό με ένα ξεχωριστό ταλέντο. Μπορεί να είναι ταλέντο σε κάποια τέχνη, μπορεί να είναι ταλέντο σε κάποια επιστήμη, μπορεί να είναι ταλέντο σε κάποιο άθλημα, μπορεί να είναι ταλέντο στα χείλη… Δεν έχει σημασία.
Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν, έχει μια ιερή υποχρέωση. Απέναντι στον εαυτό του και στο δημιουργό του. Να ψάξει να βρει αυτό το ταλέντο και να το αξιοποιήσει. Η διαδικασία δεν είναι απλή. Περιλαμβάνει πολύ προσπάθεια. Και η προσπάθεια είναι πάντα επίπονη. Μπορεί να χρειαστεί να πειραματιστείς με πολλά. Χρειάζεται χρόνο, υπομονή, και γερό στομάχι. Το αποτέλεσμα όμως όταν θα έρθει -μπορεί να αργήσει, αλλά θα έρθει- σβήνει όλα τα υπόλοιπα, και δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα. Κι αν οι αντοχές αρχίσουν να μειώνονται, κι αν η μία αποτυχία διαδέχεται την άλλη, η λύση είναι μία και απλή. Θα υποκριθείς πως όλα είναι εντάξει. Δεν είσαι εσύ αυτή που υποφέρει, αλλά o ηρωας που υποδύεσαι…
Ως γνωστόν, είναι καλύτερα να μετανιώσεις για κάτι που έκανες, παρά για κάτι που δεν έκανες. Τα απωθημένα δε βγαίνουν ποτέ σε καλό. Είναι κρίμα να γυρίσεις μετά από χρόνια και να σκεφτείς, «αν είχα προσπαθήσει, μπορεί τώρα τα πράγματα να ήταν αλλιώς». Η ζωή είναι τώρα, είναι εδώ, και δεν μας περιμένει. Προχωράει μπροστά, κι αν δεν την ακολουθήσουμε, μας προσπερνάει.
Τώρα θα μου πεις, τι σχέση έχει η ηρεμία με την υποκρισία, και τα ταλέντα που κρύβουμε μέσα μας με τα απωθημένα… Για ένα περίεργο λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, είμαι σίγουρος πως έχετε καταλάβει τι εννοώ. Μάλλον δεν τολμάω να πω αυτό που νιώθω και λέω ασυναρτησίες… Μάλλον οι σκέψεις μου δεν τολμούν να γίνουν λέξεις… Είναι αστείο, γιατί έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται πράξεις…

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Στο θολωμένο μου μυαλό.....

Είναι κι αυτό το μεταίχμιο («μεχμέτιο» που έλεγε και μια ψυχή) ανάμεσα στο «κάτι» και στο «τίποτα»: μπήκαμε στον Ιούλιο κι ο καιρός δεν λέει ν΄ αποφασίσει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει.

Χειμώνας ή καλοκαίρι; Καύσωνας ή ψοφόκρυο; Κουφόβραση ή πέφτουν της βροχής οι στάλες κι εγώ κάθομαι στις σκάλες; Να φωνάξω τον συντηρητή των κλιματιστικών ή να σκαρφαλώσω στα πατάρια για την έξτρα κουβέρτα; Να πάθω γρίπη των λεγεωναρίων ή γρίπη των χοίρων;
Και δεν είναι να πεις, «τρελάθηκε η φύση»! Η φύση (και ο Βιβάλντι) μια χαρά τακτοποιημένες τις είχε τις τέσσερις εποχές. Εμείς την τρελάναμε, εμείς την ξεκάναμε, εμείς την αποτελειώσαμε. Εμείς- που το μόνο που μάθαμε να ανακυκλώνουμε είναι η ηλιθιότητά μας!
Είπα «ηλιθιότητα»: Πολλοί ηλίθιοι μαζευτήκαμε, αδελφάκι μου. Ηρθε κι έπεσε overdose στον πλανήτη. Πώς να τα βγάλει κι αυτός ο καψερός πέρα, όταν έχει ν΄ αντιμετωπίσει ένα ΙQ-12; Σίγουρα, τα μικρά πράσινα ανθρωπάκια που μας βλέπουν από κει ψηλά έχουν αλλάξει συκώτι- αν έχουν συκώτι- απ΄ το γέλιο. Γιατί δεν μας κάνουν επίσκεψη; Δεν έχουν τα μεταφορικά μέσα; Ή απλώς, μας βαριούνται θανάσιμα;
Είπα «βαριούνται»: Έχει βαρεμάρα ή εγώ βαριέμαι; Τα χρόνια περνάνε σαν φτερό, οι ώρες δεν περνάνε με τίποτα! Είναι νορμάλ αυτό τώρα; Για να πάει η ώρα από 7 σε 8, μεσολαβεί ένας αιώνας. Για να γίνεις από 18 χρονών, 28 μεσολαβεί ένα δευτερόλεπτο... Σέρνονται οι στιγμές σαν τις σαύρες στο χώμα... Και πόση τηλεόραση να δεις πια; Όσο ζάπινγκ και να κάνεις στο ίδιο ΔΝΤ θα πέσεις!
Είπα «ΔΝΤ»: Ολοι πεινάνε, όλοι χρεοκοπούν εκτός από τους ενεχυροδανειστές. Αυτοί πλέον έχουν χτιστεί ζωντανοί στα ασήμια και τα μαλάματα. Κοσμήματα, αντικείμενα, ενθύμια ακριβά κι αγαπημένα. Μέχρι τις βέρες βγάζουν απ΄ το δάχτυλο... Μέχρι χρυσά δόντια ξεκολλάνε απ΄ το στόμα τους... Ένας κόσμος σε απόγνωση παζαρεύει τις αναμνήσεις του, για ένα 10ευρο παζαρεύουν. Εκεί φτάσαμε...
Κι έχουμε δρόμο ακόμα... Ο αφέτης μόλις πυροβόλησε στον αέρα... Η μοναξιά του δρομέα μακρινών αποστάσεων μόλις ξεκίνησε... Κι είμαστε και με άδειο στομάχι...
Και καλά να κάνεις το σκατό σου παξιμάδι:
Πώς το τρως μετά, μου λες;
Είπα «παξιμάδι»: Παξιμάδι με χόρτα πρωί-μεσημέρι- βράδυ είναι η καινούργια δίαιτα.
Άντρες και γυναίκες- ως χαρωπές χωριατοπούλες- εκδράμουν σε βουνά και σε ραχούλες, προκειμένου να γεμίσουν χόρτα το καλαθάκι. Με καλαθάκι αδειανό και στην καρδιά θλιμμένο, ένα φτωχούλι ορφανό πεινάει το καημένο. Ήρθαν κι έγιναν οι λόγγοι η χαρά της οστεοπόρωσης. Κάθε βλήτο κι ένα κρακ. «Κρακ κρακ τα σήμαντρα της εκκλησίας, κρακ κρακ ο αντίλαλος της ερημιάς» για να πληρώσει τη νύφη και ο εθνικός μας Σολωμός.
Είπα «σολωμός». Τι απέγινε, άραγε, αυτή η ψυχή; Θυμάσαι που είχαμε φάει έναν προ ΔΝΤ; Καλά που τον βγάλαμε φωτογραφία να τον κρεμάσουμε δίπλα στο απολυτήριο του παιδιού! Πάει τώρα κι αυτός, χάθηκε: από καπνιστός Νορβηγός, έγινε ιπτάμενος Ολλανδός! Να ζούμε να τον θυμόμαστε!
Είπα «θυμόμαστε». Θυμάσαι, βρε, κάποτε που περνάγαμε καλά; Που πηγαίναμε σινεμά και ταβερνάκι;
Θυμάσαι τις διακοπές στα νησιά;
Θυμάσαι τα «μουσκεμένα χιλιόμετρα» με το αμάξι- τότε που δεν υπολογίζαμε βενζίνες και οκτάνια;  Θυμάσαι τότε που το οικογενειακό έσοδο ονομαζόταν «μισθός» κι όχι «φιλοδώρημα». Θυμάσαι, βρε, που περνάγαμε καλά; Που γελάγαμε πολύ;
Θυμάσαι;
Είπα «θυμάμαι», αλλά ξέχασα τι έπρεπε να θυμηθώ.
Τα έχω απωθήσει όλα αυτά. Κι ας εμμένουν... Κι ας επιμένουν... Κι ας ελλοχεύουν πεισματικά εκεί... πίσω στην άκρη του μυαλού... Του θολωμένου μου μυαλού...
Αχ, Ακη Πάνου, μέγιστε- τα είπες όλα κι έφυγες:
«Στο θολωμένο μου μυαλό,
ο κόσμος είναι μια σταλιά,
κάτι σκιές απ΄ τα παλιά
και κάποιο πάθος μου τρελό...
Το θολωμένο μου μυαλό,
μ΄ έχει προδώσει προ πολλού,
του λέω αλλού, και τρέχει αλλού,
με κάνει και παραμιλώ»...
Το θολωμένο μου μυαλό...

...Προσαρμόσου.....

Μέρες τώρα αισθάνομαι ένα κενό μέσα μου και δεν έχω καθόλου διάθεση να γράψω κάτι.

Τίποτα απ΄όσα γίνονται γύρω μου δεν μου προξενεί πια εντύπωση, ούτε μου δίνει το ερέθισμα να ασχοληθώ μαζί του με το να το διακωμωδήσω ή να το σαρκάσω (αγαπημένη μου τακτική όταν νιώθω το μάτι μου να γυρίζει έως σημείο αλληθωρισμού).
Νιώθω ότι έχω βαλτώσει κι ότι... ότι γίνεται γύρω μου "καλώς" γίνεται.
Παντελώς αδιάφορα όλα...και πολύ φοβάμαι ότι έχω αρχίσει να "προσαρμόζομαι" με το ρεύμα της εποχής.
Προσαρμόζω λοιπόν τον π@@@@ρα να ζει την καθημερινότητά του χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες πια; Προσαρμόζομαι ν`ακούω ότι επί 20 χρόνια αυτοί που εμπιστεύτηκα με την ψήφο μου-μας μ΄έκλεβαν χωρίς φόβο και πάθος;
Προσαρμόζομαι ν`αποδέχομαι ότι το να με κλέβουν είναι κάτι πολύ φυσικό, όπως η ανάσα μου; Πρόσφατα μ`έκλεψαν και στην πραγματικότητα, και μάλιστα άνθρωπος που είχα εμπιστευτεί.
Ε και; Που το παράξενο θα μου πείτε. Έκανε ότι τον διδάσκουν κάθε μέρα. Το αποδέχομαι χωρίς ν`αντιδράσω γιατί έτσι μ`έμαθαν πια να ζω. Ν`αποδέχομαι και να προσαρμόζομαι.
Κι όταν θα έρθει η στιγμή κι εγώ να κλέψω, είτε σε είδος είτε την ζωή κάποιου ανθρώπου, να αισθάνομαι ικανοποιημένος γιατί επιτέλους προσαρμόστηκα με το ρεύμα της εποχής.
Προσαρμόσου λοιπόν π@@@@ρα προσαρμόσου.
Ν`αποδέχεσαι την βλακεία του Γιώργου και να τον λυπάσαι γι αυτό.
Να πιστεύεις ότι οι δικοί του έκλεβαν, κι αυτός τραγούδαγε το "τρία πουλάκια κάθονταν και πλέκανε κορδέλες." Να πιστεύεις ότι ο Γιώργος θα καθαρίσει τον τόπο από τους κλέφτες, σαν να λέμε " ο λερωμένος θα πιάσει τον λερωμένο".
Να βλέπεις τον Σημίτη να το παίζει αθώα περιστερά και να τον πιστεύεις.
Προσαρμόσου στην ατιμωρησία των πολιτικών,στην υποκρισία και την αναλγησία της εποχής.
Προσαρμόσου στο κράτος της πορνείας που ζεις.
Προσαρμόσου επιτέλους π@@@ρα προσαρμόσου.
Προσαρμόσου να χάνεις κάθε μέρα την ανθρωπιά σου με το "ωχ δεν βαριέσαι αδελφέ".
Να βλέπεις όσα γίνονται με απάθεια λέγοντας "Ε και; Εγώ θα σώσω τον κόσμο;"
Προσαρμόσου π@@@ρα να προσπερνάς το καλό και να μάθεις να ζεις μέσα από την απάτη και το ψέμα.
Και τότε ίσως απελευθερωθείς από το παιδί που κρύβεται μέσα σου, και σε τρελαίνει με τα αιώνια γιατί του. Τότε ίσως νιώσεις επιτέλους ελεύθερος γιατί έχεις καταφέρει κι έχεις νικήσει τον αιώνιο αντίπαλό σου. Τον ίδιο σου τον εαυτό.!!!

Θα κλείσω, παραθέτοντας τα λόγια του Αζίζ Νεσίν, με τον τίτλο..

"Σώπα, μη μιλάς!" (Αζίζ Νεσίν)
Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή,
κόψ' τη φωνή σου,
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός,
η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί,
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγαν:
«σώπα!».
Στο σχολείο μου κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσ...σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου,
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα!».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα!»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
και τα 'μαθα να σωπαίνουν,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική
και ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες, με συμβουλεύανε:
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα!»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το «Σώπα!».
«Σώπα!» ο ένας, «σώπα!» ο άλλος, «σώπα!» οι επάνω, «σώπα!» οι κάτω,
«σώπα!» όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
«Σώπα!» οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας...
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα!».
Και μαζευτήκαμε πολλοί,
μια πολιτεία ολόκληρη,
μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ εύκολα,
μόνο με το «Σώπα!».
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα»!
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απ' το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς!
Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:



Μ Ι Λ Α!

...Καφενείον η Ελλάς....


???????..... ΑΠΟΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΦΙΛΗΣ ΜΟΥ....?????
Την έπαθα πάλι την παράκρουση.

Χθες μεταλλάχτηκα σε δίμετρο γκομενάκι από την Σουηδία, χάρη στα ονειροπόλα σχέδια του πρωθυπουργού μας να κάνει την Ελλάδα Σουηδία των Βαλκανίων.
Όπως λέμε Bαλκανιζατέρ μ`αναμμένο μοτέρ,με τα φώτα και τα λάδια καμένα Βαλκανιζατέρ χωρίς αμορτισέρ, Ευρώπη-Βαλκάνια-Ελλάδα.
Σήμερα αισθάνομαι απόγονος του Αβραάμ.
Ναι ναι αγαπητοί μου είμαι μια μεταλλαγμένη πολίτης του κόσμου χωρίς πατρίδα.
Δεν φταίω εγώ το μάτι μου φταίει που πέφτει πάνω σε λέξεις και φράσεις που εξάπτουν την φαντασία και τον σαρκασμό μου.
Άρθρο: ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΕΛΛΑΣ. Το άρθρο είχε να κάνει με την είσοδο του ΔΝΤ στην ζωή μας είχε ύφος διαμαρτυρίας και καλούσε τον κόσμο ν`αντιδράσει. (Ξέρετε τώρα να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε τουλάχιστον τα σώβρακα, μια και τα υπόλοιπα μας τα πήραν)
Σχόλιο σ`αυτό το άρθρο: Κάποτε ρώτησαν τον Ραμπί Μεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, τι ξεχωρίζει ένα παιδί του Αβραάμ από τους άλλους ανθρώπους.
Κι αυτός απάντησε: "Τρία πράγματα του ταιριάζουν. Γονατίζει όρθιος, κραυγάζει άλαλος, χορεύει ακίνητος"
Λοιπόν έχουμε και λέμε:
1.Μπορεί κάποιος χριστιανός να μου δείξει πως μπορώ να γονατίσω όρθια?
Τόσο καιρό έχω ασχοληθεί με την γιόγκα και δεν το έχω καταφέρει.
Πάντα γονάτιζα όπως γονατίζει όλος ο κόσμος.
Ακόμη κι όταν γονάτιζε η ψυχή μου από τις δυσκολίες,το κορμί ακολουθούσε την ανάλογη διάθεση και πήγαινε καμπουριασμένο.
Κι όταν το αντιλαμβανόμουν έδινα την ανάλογη εντολή να ισιώσει με την φράση που έλεγε ένας γραφικός αλκοολικός στον εαυτό του.
"Ίσια το κορμί σου ψαροκασέλα"και φρούτς για λίγο το κορμί ίσιωνε.
2.Να κραυγάζω άλαλη...Καλέ που το παίζουν αυτό το ντοκιμαντέρ επιστημονικής φαντασίας να το δω;
Πάντως θα ήταν πολύ καλή άσκηση για μένα την γλωσσοκοπάνα, που γλώσσα δεν βάζω μέσα.
Που ν`ακούσετε και την τσιρίδα μου.
Το λεγε η γιαγιά μου."όποιος σε πάρει φως μου κι όποιος σ`ευλογηθεί,στου λουβιαρού το δέντρο να πάει να κρεμαστεί"
Τελικά δεν κρεμάστηκε, ξύπνιος ο μάγκας απλά με χώρισε.Κανένας καθηγητής να μου μάθει την άσκηση "κραυγάζω άλαλη" υπάρχει?
3.Τώρα στο καλύτερο...Θέλω οπωσδήποτε να χορεύω ακίνητη.
Μέχρι τώρα έσερνα το τσάμικο, το καλαματιανό, το κούνα λίγο το κορμί σου να πυρποληθώ, ο αγαπημένος χορός της κοιλιάς και του ξελογιάσματος των αρσενικών.
Πώς θα μπορέσω να τα κάνω όλα αυτά ακίνητη,αναρωτιέμαι.
Μήπως από το πολύ push-ups και "δώσε και πάρε και τι σου κάνω μάνα μου τώρα" του Γιωργάκη αρχίζουμε και το χάνουμε λιγάκι?
Μήπως έχουμε πάθει κρίση ταυτότητας και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται?
Μήπως έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε ότι εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε γέλασε?
Αν λοιπόν κάποιο διανοούμενοι προσπαθούν να με κάνουν να ξεχάσω τις ρίζες μου είναι βαθιά γελασμένοι.
Είμαι Ελληνίδα και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι γι αυτό και με ότι περικλείει ο όρος Έλληνας.
Είμαστε πρώτοι και τελευταίοι.
Είμαστε αθώοι,απατεώνες και γενναίοι.
Αριστοκράτες και φριχτοί μικρομεσαίοι,
ακροβάτες, προδότες και λαθραίοι.
Σουλιώτες , αδέσποτοι κι ωραίοι.
Πάντως όχι βάρβαροι όπως προσπαθούν μερικοί να μας πείσουν και ποτέ δεν θα γίνουμε.

Το ντεβελοπέ.......


Οδηγίες προς όλους τους απογοητευμένους
Έχεις ψυχοπλάκωμα; Περνάς κλιμακτήριο;
Θέλεις να πνίξεις τον άντρα ή την γυναίκα σου;
Σε παράτησε ο γκόμενος ή η γκόμενα;
Είσαι στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού;
Είσαι έτοιμος-μη να φουντάρεις;
Νιώθεις ότι δεν θα γίνει το "θαύμα Γιωργάκης", που ελπίζουμε όλοι για να βγούμε από την οικονομική κρίση;
Διάβασε τις φορολογικές δηλώσεις των γιατρών του Κολωνακίου.
Το θαύμα της Παναγιάς της φοροφαγιώτισσας προστατεύει όλους τους γιατρούς του Κολωνακίου.
Και τότε εναποθέτεις κι εσύ τις ελπίδες σου στην χάρη της, μήπως αποφύγεις την κρισάρα σου και το φούντο,όπως απέφυγαν κι αυτοί τόσα χρόνια την δαγκάνα της εφορίας.
Μετά προσηλώνεις την προσοχή σου κι ακούς τις οδηγίες της Μαρίας Ιωαννίδου για το ντεβελοπέ του ποδαριού.
Προσαρμόζεσαι με την εποχή κι όπως λένε,"Μάθε τέχνη κι άστηνε κι αν πεινάσεις πιάστηνε".
Το επάγγελμα του μέλλοντος.Στο τέλος σ`ένα σήκωμα του ντεβελοπέ θα καταλήξουμε όλοι ασχέτως φύλου,κατά πως πάει το πράγμα.
Γιατί αν δεν είναι σίδερο το ντεβελοπέ (γάμπα), δεν μπορεί να σηκωθεί.
Αυτή είναι οδηγία προς τις μελλοντικές κυρίες, Ντούβλη-Τζούλη-Τσούλι που το σήκωμα του ποδαριού, εναποθέτει και κάποιες χιλιάδες ευρώ κάτω από το στρώμα τους.
Λες κι ένα αμάρτησα για την εφορία μου, να δώσεις κι ένα νόημα στο σήκωμα του ντεβελοπέ βρε αδελφέ.
Αν όμως παρ`όλα αυτά δεν το σώνεις το πράγμα, κι είσαι έτοιμος να φουντάρεις πριν σε φουντάρει η εφορία, υπάρχει γραφείο κηδειών ο Θεοδόσης που κάνει δόσεις.
Αν τώρα θέλεις να κάνεις το επάγγελμα του μέλλοντος,το σήκωμα του ντεβελοπέ αλλά είσαι κάποιας ηλικίας, υπάρχει λύση.
Χρησιμοποιείς την κρέμα των Υπουργών που σε φρεσκάρει κι είσαι πάντα λαμπερή-ρός.
Την YPOURGO-YPOULOREAL.
Ειδική πατέντα για τον Υπουργό των Οικονομικών.
Να μην φαίνεται ντε κι η στεναχώρια που τραβάει, παίρνοντας τόσο σκληρά μέτρα κατά του λαού.
Ευγενικά παραχωρειθήσα σε όλους τους υποψήφιους-ες "σηκώνω το ντεβελοπέ μου κι όποιον πάρει ο χάρος".
Τώρα που το σκέφτομαι θα επανεξετάσω και το δικό μου ντεβελοπέ.
Να το γυμνάσω λίγο γιατί που ξέρετε;
Μπορεί ν`αμαρτήσω κι εγώ για την πατρίδα,συγγνώμη εφορία ήθελα να πω.
Μια και μιλάμε για Υπουργό Οικονομικών πας και μια βόλτα από το Υπουργείο του, να τον ευχαριστήσεις για την ευγενική χορηγία της κρέμας.
Να κόψεις και λίγη κίνηση, να κλαφτείς και λίγο, μπας και την γλυτώσεις την ψ..λιά.
Και τότε διαπιστώνεις με "έκπληξη" ότι εργάζονται 300 υπάλληλοι φαντάσματα,που παρουσιάζονται μόνο όταν είναι να πληρωθούν.
Κι αφού αρχίζεις να καταλαβαίνεις πόσο κότσο σε πιάσανε τόσο καιρό, οι εκάστοτε πολιτικάντηδες με τις υποσχέσεις και τα ψέματα, αρχίζεις ν`αυτοφασκελώνεσαι.
Κι αφού χορτάσεις αυτοφασκέλωμα και δεν βλέπεις φως στο σκοτάδι που σε έριξε η ψήφος σου,γεμάτος απογοήτευση κατευθύνεσαι στο γραφείο του Θεοδόση που κάνει δόσεις.

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Ο πειναλέων, η ανεργίτσα και η εξουσία

Καθώς, πουλέτε, με ξαναπήρε ο ύπνος, ενεθυμήθην του Μποστ και είδον την Eξουσίαν ντυμένην Ελλαδίτσαν να πλησιάζει τον Πειναλέοντα και την Ανεργίτσα λέγουσα:
- Αι μέραι είναι δύσκολαι και πονηραί συγχρόνως. Για να το ξαναπάρεις όλον / Πρέπει να στρώσεις κώλον! Λέγω τω όντι περί του επιδόματος, που περιέκοψα δια το καλόν σου, ω Πειναλέων τέκνον μου, που τόχες το μυελόν σου; Βρε Ανεργίτσα κόρη μου, κόρη της εξουσίας / εσύ που είσαι αδελφή της πτώχειας, της πενίας / πές του του Πειναλέοντα δια την οκνηρία, που είν΄ η μόνη πταίουσα δια την συγκυρία...
Μα την διέκοψε ποδηλάτης τις, ο οποίος αφιχθέντος και σταθέντος στη γωνιά, μόστραρε το μουστάκι του και έκανε σαρδάμ. Το δε του ποδηλάτου αριστερό πόδι είχε πιαστεί στην αλυσίδα και με κόπο έκανε πετάλι αλλά μόνο με το δεξί. Και είπεν ο ποδηλάτης:
- Ουπς και συγνώμην κι΄ έσφαλα! Μη μου προσάψεις δόλον / εκ λάθους μόνον δηλαδή / σας ξέσκισα τον κώλον. Η Μέρκελ πούναι Γερμανίς χαράτσι είπε να σας βάλω / όμως εγώ μεράκλωσα ... σας τόβαλα και τάλλο.
Τότε και μόνο τότε, ο Πειναλέων πούναι αγόρι τσίφτικο και καλοζωγραφισμένο, ταπήρε στο κρανίο. Κι΄ επειδή δεν τούχε μείνει ούτε σάλιο δια να πτύσει, αντίς να στρώσει κώλον, μπροστά στα μάτια της αδερφής του της Ανεργίτσας, πήδηξε την εξουσία - πουχε ντυθεί Ελλαδίτσα - άνευ σiέλου και παρά φύσιν. Καθώς δε, πισογλεντούσε, σιγοτραγουδούσε ...
- Η φουτάνα η ανεργία / μέρριξε στην ακολασία. - Και του πρωκτού σου η τέχνη / μέκανε καλλιιτέχνη. Ωωωωωπα!
- Το άζμα διέκοψε η Ανεργίτσα η οποία θεώρησε καθήκον της να χαστουκίσει τον Πειναλέοντα λέγουσα: "Ποιαν είπες φουτάνα ρεΕΕΕ!"
Κατόπιν, ο χαστουκισθής Πειναλέον, έριξε με τη σειρά του ένα σοσιαλιστικό χαστούκι στον πανελληνίως σοσιαλιστή ποδηλάτη με τον μύστακα, και επειδή είχε πάρει φόρα, τον πήδηξε και αυτόν άνευ σιέλου... και όταν ολοκλήρωσε, τον κοίταξε με τα λάγνα του τα μάτια και του είπε:
- Το βράδυ θα είμαι μετά του Αλφόνσου / του άνεργου νταλικέρη. - Φέρε εκ της βουλής συναδελφόν σου / χαρά μας να πηδήξουμε, ολάκερο τ΄ ασκέρι
Μετά ξύπνησα, ντύθηκα, πήγα στη δουλειά, γύρισα, ξεντύθηκα και ξανακοιμήθηκα. Πρίν όμως ξανακοιμηθώ, έφαγα, ήπχια καφέ και ένα ούζο με παγάκια, και είδα στις ειδήσεις τον Πειναλέοντα ντυμένο απεργό, και γυάλιζε το μάτι του... και προσπαθούσε να φτύσει μα δε τούχε μείνει σάλιο...
Μπορώ άρα να υποθέσω πως το πήδημα που θα φάνε μερικοί μερικοί θα είναι άνευ σιέλου και παραφύσιν.... μα θα το θέλει κι΄ο θεός!

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Ζωγραφίζοντας τη ζωή μου


Είπα να ζωγραφίσω τη ζωή μου. Κι απέμεινα να κοιτάζω μια λευκή κόλλα χαρτί. Κι έπειτα σκέφτηκα ότι το λευκό αντικατοπτρίζει την ελπίδα, την αθωότητα, έτσι όπως ακριβώς γεννιόμαστε... Μετά ξεκίνησα να βάφω ένα μέρος της γαλάζιο και ένα άλλο ροζ. Σαν την ζωή και τα όνειρα.
Μπήκαν και πινελιές κόκκινου, σαν τον θυμό, το πάθος, τον πόθο, τον πόνο. Δεν τις ζωγράφισα. Απλά τις άφησα να στάξουν από το πινέλο μου μονάχα. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματική ζωή... Αναπάντεχα γεγονότα που κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει γι’ αυτά, για το πώς θα νιώσεις, για το πόσο θα σε σημαδέψουν.
Βούτηξα γερά το πινέλο στο μαύρο και ζωγράφισα με μανία. Για όλα αυτά που με τράβηξαν βαθιά μέσα στο σκοτάδι, για κάθε σκέψη μου με έδεσε, με βάλτωσε, μου ρούφηξε το φως. Για κάθε άγρυπνη νύχτα που την έσπρωχνα με κόπο να ξημερώσει.
Έπειτα πρόσθεσα και λίγο χρυσαφί. Σαν τα όνειρα που κάναμε παιδιά. Τόσο λαμπερά και τόσο φωτεινά που θαρρούσαμε πως μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο.
Σκέφτηκα τι θα γίνει αν βουτήξω το πινέλο μου σε όλα τα χρώματα και ζωγραφίσω. Μα βγήκε γκρι... Σαν το μεταίχμιο που στεκόμαστε κάποια στιγμή, ηθελημένα ή όχι, και καλούμαστε να αποφασίσουμε ποιο δρόμο να πάρουμε, ελπίζοντας να διαλέξουμε τον σωστό.
Απομακρύνθηκα και κοίταξα την ζωγραφιά μου με τα μάτια ενός ξένου.
Και είδα πως είχα ζωγραφίσει μια γαλάζια λίμνη και πίσω της ένα βουνό την στιγμή που ξημέρωνε. Το χρυσό της ανατολής μπλεκόταν με το γαλάζιο της νύχτας και η λίμνη έπαιρνε αποχρώσεις ροζ που κατέληγαν σε βαθύ γκρίζο. Μπροστά της απλωνόταν ένα λιβάδι σπαρμένο κατακόκκινες παπαρούνες.
Κι εγώ στεκόμουν πάνω του, με το ένα πόδι μισοβυθισμένο στο νερό της, με τον ήλιο να φωτίζει σιγά-σιγά το πρόσωπό μου, αποκαλύπτοντας πόντο-πόντο τα χαρακτηριστικά που έκρυβε η νύχτα.
Και τότε κατάλαβα πως όλα τα χρώματα είμαι εγώ.

Μόνο εγώ αντιπαθώ τα politically correct;


Πρώτα απ’ όλα εύχομαι υγεία, ευτυχία και έναν καλό δεσμό σε όλους τους χρήστες του blog. Γιατί ο έρωτας είναι ωραίος έστω και αν πονάει μερικές φορές (ναι καμένος είμαι και εγώ). Πιστεύω ότι το να ακολουθεί κανείς το pollitically correct ή επί το ελληνικότερον το πολιτικώς ορθό, είναι φίμωση του αυθορμητισμού μας και της ελευθερίας σκέψης μας, καθώς και ότι μας σπρώχνει στην υποκρισία (να ξεκαθαρίσω άλλο να είσαι ευγενικός και άλλο πολιτικώς ορθός).
Το γράφω politically correct γιατί ο όρος είναι αμερικάνικος και γιατί οι αμερικανοί είναι χαζοί (δεν είναι παράξενο) και τα ψειρίζουν όλα, μα όλα. Δεν μπορείς να πεις μία λέξη παράξενη και θα σε παρεξηγήσουν αμέσως. Άσε που μπορεί να σου κάνουν μήνυση. Δεν λέει...
Γιατί (και εδώ θέλω τις απαντήσεις σας) να μην μπορώ να πω κάποιον Αλβανό και να πρέπει να τον πω Βορειοηπειρώτη (ενώ είναι Αλβανός, αλλά είναι light έκφραση, μιας που ο Αλβανός είναι πλέον συνώνυμο της βρισιάς). Ή αν πω "είδα ένα μαύρο που πουλάει CD" με τρώνε που δεν λέω Αφρικανός ή Αφροαμερικάνος. Μα πάνε καλά;
Γιατί να λέει ο Ιωαννίδης, ο πρώην προπονητής, ότι η τηλεόραση είναι γεμάτη gay ανθρώπους και αμέσως βγαίνουν όλοι και του την λένε επί 3 ημέρες; Μικρή είναι η Ελλάδα μας, λες και δεν είναι κοινώς γνωστό. Σε λίγο θα μας πούνε ότι κάποιος δεν τον παίρνει αλλά του τον ακουμπάνε λίγο. Ή αν λες ότι τους Φιλιππινέζους και τις Φιλιππινέζες τις έχουμε συνώνυμες με τις καμαριέρες και τις υπηρέτριες, τότε αμέσως σε λένε ρατσιστή. Ή εάν πω ότι ο Σκοτσέζος είναι συνυφασμένος με την τσιγκουνιά να με τρέχουν για εξύβριση;
Μια φορά επειδή ήμουν σε τάξη μέσα και μίλαγα σε κάτι φίλους για μια άλλη κούρσα που είχα πάρει λέω σε μία στιγμή «Και ο ταρίφας που με πήγε δεν ήξερε και έκανε κύκλους» και ο ταξιτζής θύμωσε επειδή χρησιμοποίησα τον όρο ταρίφας για τους ανθρώπους του κλάδου του. Τρελάθηκα. Υπάρχουν και πολλά πολλά άλλα. Όμως, όλοι μας δεν έχουμε μεγαλώσει με αυτά τα στερεότυπα; Δηλαδή μόνο εγώ είμαι φάουλ σε αυτή την περίπτωση;

Περί «μαλθακίας», πόνημα!


Υπάρχει μία Ελληνική λέξη, η οποία είναι παγκοσμίως διάσημη και ευρέως χρησιμοποιούμενη. Την λέξη αυτή την μαθαίνουν όλοι όσοι πέρασαν - έστω και για λίγο - από την χώρα μας. Την μαθαίνουν όμως και όσοι ασχολούνται με την Ελληνική κουλτούρα ασχέτως εάν έχουν πατήσει το πόδι τους σε αυτή την χώρα. Αρκεί να έχουν συνάψει σχέσεις με Έλληνες ναυτικούς, μετανάστες, ταξιδευτές κλπ.
Είναι μία λέξη μπαλαντέρ, και σαν μπαλαντέρ έχει πολλά νοήματα. Μπορεί να σημαίνει φίλος ή ανόητος ή σεξουαλικά πεινασμένος και κατά μία έννοια αυτόχειρας. Μπορεί να σημαίνει αποβλακωμένος λόγω αυτοχειρίας κλπ. Τα νοήματα όμως της λέξεως αυτής δεν προσδιορίζονται εύκολα. Ο γλωσσοπλάστης λαός της έχει αποδώσει μύριες όσες ιδιότητες, μέχρι και θεραπευτικές....
Εμείς, για λόγους ευπρέπειας και για να κάνουμε την χάρη σε όλους τους σιχαμένους τους συντηρητικούς, θα προσθέσουμε ένα θήτα σε αυτή την λέξη.
«Μαλθάκας» λοιπόν για εκείνους και «Μαλθάκω» για εκείνες...
Το θήτα που προσθέσαμε δεν είναι αυθαίρετο αλλά αρμοδίως αποδεκτό διότι η περί ου ο λόγος υπέροχη λέξη, έχει τις ρίζες της στην λέξη «μαλθακός».
Η λέξις μαλθακός στην αρχαία Ελλάδα σηματοδοτούσε τον ασκληραγώγητο, εκείνον που είχε διαφθαρεί από τις ανέσεις με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει ολίγον, …. Μαλθακός.
Στην σημερινή γλώσσα, ο μαλθακός έγινε «μαλθάκας» και του αποδόθηκαν οι σύγχρονες έννοιες, μέρος των οποίων θα αναλύσουμε προς χάριν του παρόντος πονήματος.
Ας δούμε λοιπόν τον τρόπο με τον οποίο ο σοφός λαός, δηλαδή εμείς, χρησιμοποιούμε την μαγική αυτή λέξη.
- Λέγοντας «Γεια σου ρε μαλθάκα» στην ουσία λέμε, «γεια σου ρε φίλε».
Ενδεχομένως όμως, να μας διαφεύγει το όνομα του εν λόγω «μαλθάκα». π.χ. «πως τον λέγανε αυτόν τον «μαλθάκα» που έχει το ψευδώνυμο απαράδεκτος;» Σε αυτή την περίπτωση αποκαλούμε τον μαλθάκα «μαλθάκα», με σκοπό να επιδείξουμε οικειότητα και να αποκρύψουμε το αλτσχάϊμερ.
- Λέγοντας «Αυτός είναι και πολύ μαλθάκας» εννοούμε ότι κάποιος είναι ανόητος. Κάνει δηλαδή «μαλθακίες». Την έννοια αυτή, την συναντάμε συχνά και σε διάφορες μορφές. π.χ. «άσε τις μαλθακίες», «όλο μαλθακίες κάνει ο ΠαπανδρέουΣαμαράς» κλπ
- Υπάρχει βέβαια και η έννοια του κορόιδου ή του εύπιστου ανθρώπου. π.χ. «πιάστηκα μαλθάκας», «μαλθάκας είμαι να πιστεύω τους δημοσιογράφους;», «όλοι οι πολιτικοί νομίζουν πως είμαστε μαλθάκες» κλπ.
- Μία όμως από τις πλέον ενδιαφέρουσες έννοιες είναι αυτή της συμπαθείας προς τον συνάνθρωπο. π.χ. «άστον αυτόν. Ένας φτωχο-μαλθάκας είναι»
- Επίσης μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την συγκεκριμένη λέξη για να εκφράσουμε θαυμασμό μιλώντας σε κάποιον φίλο. «Πω πω μαλθάκα μου! Τι γκολάρα ήταν αυτή!» Εδώ η λέξις «μαλθάκας» αντικαθιστά την λέξη «δικέ μου», που σημαίνει φίλε μου. Χάρις όμως στον θαυμασμό που εκφράζουμε μπορούμε τον «δικό μας» να τον αποκαλέσουμε «μαλθάκα μου», τονίζοντας έτσι την έννοια της «γκολάρας».
- Τέλος, υπάρχει και η ερωτική διάσταση της λέξεως, με την έννοια του «αυτόχειρα» ή «αυτοικανοποιούμενου» ή «αυτάρκη». Με άλλα λόγια του «ενδοπαλαμίως ψευδοσυνουσιαζόμενου» ανθρώπου. Αυτή η τελευταία διάσταση, έχει τιμηθεί από τον λαό με πολλές και διάφορες παροιμίες. π.χ. «Αν η .... ήταν εργόχειρο, θα έκανες την προίκα σου...» Η παροιμία αυτή είναι σκωπτική και περιφρονητική τόσο για την πράξη όσο και για τον «μαλθάκα». Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη. π.χ. «Αν πετύχει τύφλα να ΄χουν δυο .....». Σύμφωνα με αυτή την παροιμία, η πράξις ανάγεται σε ανώτατη ερωτική διεργασία, και ο «μαλθάκας» εμφανίζεται ως ερωτικά αυτάρκης.
Υπάρχουν και άλλες παροιμίες που δεν μας επιτρέπεται να τις αναπαραγάγουμε, όμως συνηγορούν στην άποψη ότι η «μαλθακία» αποτελεί τέχνη με ισχυρότατο λαϊκό έρεισμα.
Είναι πάντως γεγονός το ότι μερικές ελαφρόμυαλες μανάδες και γενικά κάποιοι αμόρφωτοι γονείς, οι οποίοι δεν διαβάζουν Cosmopolitan και άλλα επιστημονικά συγγράμματα, διέδωσαν λάθος πληροφορίες. Άρχισαν να λένε στα παιδιά τους ότι η «μαλθακία» κουφαίνει, χαζεύει, αποβλακώνει, τυφλώνει, και άλλα πολλά μυθεύματα. Τα παιδιά τους φοβήθηκαν μεν, αλλά συνέχισαν την προσφιλή τους απασχόληση και κάποια στιγμή μεγάλωσαν. Όταν μεγάλωσαν άρχισαν όπως όλοι οι μεγάλοι να κάνουν βλακείες, ανοησίες, σαχλαμάρες και γενικώς να στερούνται κοινής λογικής. Αναπόφευκτα, ήρθε η ώρα που αναρωτήθηκαν «γιατί άραγε κάνω ανοησίες;», και βρήκαν την πιο ανόητη απάντηση. Θυμήθηκαν τα λόγια της μάνας και του πατέρα και απέδωσαν όλη τους την κακομοιριά στην «μαλθακία». Έτσι, πείσθηκαν πως κάθε άνθρωπος ο οποίος έχει υπάρξει «μαλθάκας» στην νιότη του, γίνεται ανόητος στην ωριμότητά του. Το αποτέλεσμα ήταν ολέθριο. Δικαιολόγησαν όλους τους ανόητους του κόσμου και τους ανέχτηκαν. Του εαυτού τους συμπεριλαμβανομένου.
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι υπάρχουν πολλών ειδών «μαλθάκες». Υπάρχουν οι «φίλοι», οι «ανόητοι», οι «κακομοίρηδες» και οι «αυτοικανοποιούμενοι».
Νόμιζα πριν ξεκινήσω την επιστημονική έρευνα, αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτό πόνημα, ότι η μεγάλη μερίδα των «τοις πράγμασι μαλθάκων» ήταν οι «αυτοικανοποιούμενοι» μια και όλοι έχουν περάσει από αυτό το στάδιο. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πράγματι όλοι οι άνθρωποι που πέρασαν από τη γη έχουν κατά καιρούς υπάρξει «μαλθάκες» αυτού του είδους. Πολλοί όμως, δεν είναι πλέον. Αντίθετα όσοι έχουν υπάρξει «μαλθάκες» με την έννοια του ανοήτου, ουδέποτε το ξεπέρασαν. Η σημερινή «περιρρέουσα» ατμόσφαιρα, αποδεικνύει περίτρανα ότι η μεγάλη μερίδα των κατοίκων του πλανήτη αποτελείται από ανοήτους «μαλθάκες». Από ανθρώπους που κινούνται σε εκείνον τον χώρο όπου η κοινή λογική απουσιάζει και με τις ανόητες πράξεις τους φέρουν επαξίως τον τίτλο του «μαλθάκα».
Έτσι, το πόνημα αυτό φθάνει στο τέλος του άδοξα, μια και δεν αξίζει να ασχοληθούμε περαιτέρω με αυτή την συνομοταξία του homo malthakus anoitus.