Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Σώστε μας από τους… «Σωτήρες»


Ο σημερινός άνθρωπος διακατέχεται από μία παράλογη τάση: θέλει μανιωδώς να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του. Αν ψάξουμε λίγο γύρω μας θα παρατηρήσουμε ότι τελικά ο άνθρωπος δεν είναι τόσο «απάνθρωπος» όσο συνηθίζουμε με μανία και με δύναμη λόγου να υποστηρίζουμε. Απόδειξη: οι πολυπληθείς ομάδες, οργανώσεις, οργανισμοί, σελίδες στο διαδίκτυο, που προβάλλουν ως στόχο την παροχή διεξόδου από τις «μάστιγες» του/ων αιώνα/ων μας όπως την πείνα, την ανεργία, τον ρατσισμό, τις αρρώστιες, τα ναρκωτικά, την κοινωνική ανισότητα και γενικά κάθε είδους απόκλιση από το κοινώς αποδεκτό.

Δεν νοείται μάλιστα οργάνωση- που να σέβεται τον εαυτό της και να «προασπίζει» τα ανθρώπινα δικαιώματα -αν δεν περιλαμβάνει στο πρόγραμμά της τουλάχιστον τα τρία πρώτα (πείνα, ανεργία, ρατσισμός), καθώς αυτά «φοριούνται» πολύ στις μέρες μας και το πιθανότερο είναι να αργήσουν αρκετά να φύγουν από τη μόδα.
Και όμως θα ρωτήσετε (και πολύ καλά θα κάνετε) τι βγήκε με αυτό; Μήπως σταμάτησε η πείνα και η ανεργία; Μήπως τα προβλήματα λύθηκαν και όλοι τώρα ζούμε χαρούμενοι ο ένας δίπλα στον άλλον (μάλλον ο καθένας μόνος του, τι να κάνουμε τον πλησίον αν όλα τα προβλήματα λυθούν; Αφού θα τα καταφέρνουμε και μόνοι μας χωρίς δυσκολίες και αγωνίες. Εδώ τα καταφέρνουμε μόνοι μας τώρα…) με μια ωραία δουλειά, ένα απλό αυτοκίνητο και ένα βολικό σπίτι (μονοκατοικία κατά προτίμηση); ΌXI; Μα καλά τότε οι τόσοι «αρμόδιοι» τι κάνουν;

Δεν ξέρω αν σας έχει περάσει από το μυαλό την ώρα που περπατάτε στο δρόμο και κοιτάζετε τους ανθρώπους ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν ταιριάζει με το όλο σύνολο ή μάλλον ότι κάποια πράγματα παραείναι κανονικά. Όσοι το έχουν νοιώσει αυτό, έστω και σαν μια γενική αίσθηση θα με καταλάβουν ευκολότερα στη συνέχεια. Όσο για τους υπόλοιπους που δεν έχουν σκεφτεί ανάλογα… ας πρόσεχαν.

Εμείς οι άνθρωποι λοιπόν έχουμε τρελαθεί τελείως. Από τη μια αυξάνουμε συνεχώς τα προβλήματα και από την άλλη συγκροτούμε όλο και περισσότερες ομάδες για να λύσουν τα προβλήματα αυτά. Τελικά, ξέρουμε τι θέλουμε; Βασικά δεν ξέρουμε καν αν έχουμε το δικαίωμα της βούλησης. Σκεφτείτε λίγο πόσοι άλλοι αποφασίζουν χωρίς εμάς, για μας. Και όχι μόνο αυτό αλλά τους λέμε και ευχαριστώ από πάνω. Ας γίνω όμως πιο συγκεκριμένος.

Είναι γνωστό, ότι σήμερα, ελάχιστοι άνθρωποι ορίζουν τις μοίρες των πολλών, λίγοι είναι αυτοί που καθορίζουν ποιες χώρες θα μπουν στο κλαμπ των αναπτυγμένων, ποιες θα έχουν τη μεγαλύτερη ανεργία και ποιες θα αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες κοινωνικές διαταραχές. Και το δικό μας ευχαριστώ… μα ποιο άλλο: η ραγδαία αύξηση της κοινωνικής (από)ευαισθητοποίησης μέσα από τις υπάρχουσες οργανώσεις, κόμματα, συλλόγους, για την «προστασία» των ανθρώπων.

Το φαινόμενο αυτό αποτελεί για την σύγχρονη κοινωνία μια πιο εξευγενισμένη μορφή ενός άλλου παλιότερου είδους αποχαύνωσης, τον υλισμό. Ο υλισμός έγινε πράξη κυρίως στην κάμψη της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και κυριαρχεί συνήθως σε περιόδους λίγο πριν την κατάρρευση-μήπως μια τέτοια εποχή διανύουμε;

Το βασικό ερώτημα όμως είναι για ποιον λόγο είναι λάθος ο τρόπος προσέγγισης αυτών των -ομολογουμένως- σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων. Ουσιαστικά είναι σαν να προσπαθούμε να σβήσουμε τη φωτιά με οινόπνευμα. Προσπαθούμε να βγούμε από τον υλισμό με το να γινόμαστε περισσότερο υλιστές. Ποια είναι η μοναδική απαίτηση για να είσαι επιτυχημένος μέσα στον κόσμο; Το χρήμα. Ποια είναι στην ουσία τα βασικά αιτήματα των περισσότερων οργανώσεων; Κανένας πεινασμένος, κανένας φτωχός, όλοι ίσοι δηλ. μια ωραία δουλειά, ένα απλό αυτοκίνητο και εκείνη τη… μονοκατοικία. Υπάρχει διαφορά; Α! Ναι. Το ξέχασα. Υπάρχει και ο ιδεολογικός τομέας. Τα αγνά ιδανικά. Για έναν καλύτερο κόσμο… το δόλωμα της υπόθεσης. Αυτό που τραβάει τους ανθρώπους στο μαντρί για να αποποιηθούν εκείνο το ξεπερασμένο cogito ergo sum. Μέχρι να έρθει ο τσοπάνης και να το διορθώσει: σκέπτομαι άρα υπάρχετε.

Υπερβολή όλα αυτά; Μπορεί. Άλλωστε στην κοινωνία της υπερβολής δεν ζούμε; Υπερβολή στο φαγητό, αν και πεινάμε. Υπερβολή στα έξοδα, αν και είμαστε άνεργοι. Υπερβολή στην ισότητα, αν και είμαστε ρατσιστές. Και όχι, η υπερβολή δεν είναι προτέρημα των λίγων είναι δικαίωμα των πολλών. Γι’ αυτό δεν αγωνιζόμαστε; Για να έχουμε δικαίωμα στην υπερβολή και άμα κάνουν το λάθος και μας το αφαιρέσουν γινόμαστε θηρία.

Αλήθεια υποχρεώσεις έχουμε; Πότε κάναμε αγώνα για τα καθήκοντά μας; Πότε ιδρύσαμε οργάνωση ανθρωπίνων υποχρεώσεων; Μάλλον αφήσαμε αυτή τη δουλειά για το κράτος και φυσικά βρίσκουμε ένα αποκούμπι αν κάτι πάει στραβά να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τις κατηγορίες. Ποτέ δεν ωριμάσαμε σαν κοινωνία. Απλώς μεταφέραμε αλλού το βάρος. Ποτέ δεν αγωνιστήκαμε -δεν το επιδιώξαμε-. Απλώς μεταφέραμε την αδράνεια και τον φόβο στους δρόμους, με κενά συνθήματα που μοναδικό στόχο έχουν να καλύψουν τη φωνή της συνείδησης. Ποτέ δεν καταλάβαμε ότι η κατάσταση δεν διορθώνεται από το εύκολο έξω αλλά από το απαιτητικό μέσα.

Είχα ακούσει κάποτε μία παρομοίωση: «Αν φανταστούμε τον κόσμο καλυμμένο με αγκάθια και τον άνθρωπο πάνω σε αυτόν ξυπόλητο. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μπορέσουμε να περπατήσουμε. Ο ένας είναι να στρώσουμε τον κόσμο με ένα τεράστιο χαλί που θα καλύψει τα αγκάθια και ο δεύτερος είναι να φορέσουμε παπούτσια». Εμείς προτιμούμε τον πρώτο τρόπο. Ματαιοπονούν όσοι έχουν καλή πρόθεση και ασχολούνται με την βελτίωση του κόσμου, στρώνοντας αυτό το χαλί που και αδύνατο είναι να καλύψει τα αγκάθια αλλά και οι ίδιοι ματώνουν πατώντας πάνω στις μυτερές άκρες των καθημερινών προβλημάτων.

Μα και πάλι, τι άλλο να κάνουμε; Εμείς συνεχίζουμε μία παράδοση. Έτσι μάθαμε τα πράγματα ότι αλλάζουν. Μα…δεν τα είδαμε ποτέ έτσι να αλλάζουν. Είναι πάγια τακτική των άλογων ανθρώπων να υιοθετούν το γνωστό «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». Υπάρχει ανεργία, όλοι να βρουν δουλειά, μέχρι και η κουτσή-Μαρία- ή μάλλον η τεμπέλα-Μαρία-. Πεινάει ο κόσμος, δώστε φαγητό στον κόσμο ή παντεσπάνι (όπως προτιμάτε). Πολεμά ο κόσμος, δώστε του ειρήνη -τη δική σας ειρήνη- ως μέσο για καινούριους πολέμους. Έχουμε φτάσει λοιπόν, στο αντίθετο άκρο ή, αν θέλετε, καταργήσαμε τα άκρα και καταλήξαμε στη μεσότητα. Και αυτή η μεσότητα δεν έχει καμία σχέση με το αριστοτελικό μέτρο Είναι η μεσότητα της επιφάνειας, της ηθικής αλλοίωσης, του παθητικού φιλελευθερισμού. Είναι λίγο δημοκρατία και λίγο δικτατορία, λίγο δίκαιο και λίγο άδικο, λίγη αλήθεια και πολύ ψέμα. Τι μας μένει να κάνουμε;

Πριν το ρίξουμε στην απογοήτευση (αν και πιστεύω ότι ελάχιστοι από εσάς θα το πάρουν τόσο βαριά…), ας σκεφτούμε τις εναλλακτικές λύσεις, ας σκεφτούμε την λύση των «παπουτσιών» που αναφέραμε παραπάνω. Τι είναι όμως αυτά τα «παπούτσια»; Είναι η προοπτική με την οποία βλέπουμε τα πράγματα. Προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, ας προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Και αυτό δεν είναι η εύκολη λύση, είναι η αναγκαία λύση. Το έξω πάντα αλλάζει σύμφωνα με το μέσα και αν αυτό φαίνεται καθαρά ουτοπικό, είναι γιατί ποτέ δεν έχουμε δοκιμάσει.

Βλέπουμε τα προβλήματα των έξω γιατί δεν έχουμε λύσει τα προβλήματα των έσω, τα δικά μας προβλήματα που μας εγκλωβίζουν και αντικατοπτρίζονται στην πείνα, την ανεργία, τον ρατσισμό. Όχι πως δεν υπάρχουν και αυτά. Αλλά εμείς δεν βλέπουμε ούτε την πραγματική τους διάσταση, ούτε την αρχική τους αιτία. Και αρχική αιτία δεν είναι αυτοί οι «λίγοι», που λέγαμε ότι καθορίζουν τις τύχες μας, αλλά εμείς οι πολλοί, το κοπάδι, οι απρόσωποι που στρεφόμαστε κατά του εαυτού μας, όχι τυπικά και θεωρητικά αλλά ουσιαστικά και δυναμικά. Αυτή είναι η δύναμη της μάζας: να τρώει τις σάρκες της, αυτή η δικαιολογία της: τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτοί οι συντονιστές της: οι παν(απ)ανθρώπινες οργανώσεις.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Post # ? : No Comments

Παρακολουθώντας τα πράγματα από μια απόσταση τις τελευταίες μέρες, έμαθα ένα σωρό πράγματα. Η κυβέρνηση βρίσκεται σε μάχη με τις απειράριθμες ελληνικές συντεχνίες, που αντιδρούν λυσσωδώς στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αυτός έχει φορέσει το κοστουμάκι της κοινής λογικής που θα εξυγιάνει την αγορά και θα επαναφέρει το ομολογουμένως χαμένο μέτρο. Η αριστερά τρέχει πανικόβλητη υποστηρίζοντας τη μία συντεχνία μετά την άλλη, τον ένα προνομιούχο μετά τον άλλο. Τα Μέσα εξηγούν στο κοινό και τους καταναλωτές της δημοκρατίας, την αναγκαιότητα και το ορθόν των αλλαγών. Απ’ τη μεριά τους, οι πολίτες στέλνουν sms στους ραδιοφωνικούς σταθμούς, βρίζοντας ανάλογα την εβδομάδα και την απεργία, τους λιμενεργάτες, τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και τους ιδιοκτήτες φορτηγών. Οι απεργίες όλων αυτών των συμπαθών τάξεων, δεν έχουν ως υπόβαθρο κάποια δίκαια ή κοινώς αποδεκτά αιτήματα, αλλά ζητούν να συνεχίσουν στην προηγούμενη κατάσταση, άσχετα ποιά ήταν αυτή. Οι υπόλοιποι, περιμένουν τη σειρά τους να απεργήσουν, τη σειρά τους να βγάλουν τα κομπιουτεράκια, τη σειρά τους να επιβιώσουν. Περιμένουν στη στάση ιδρώνοντας. Το μετρό συνεχίζει να κινείται χωρίς a/c και με αραιωμένα δρομολόγια. Τα μελτέμια αναβλήθηκαν μέχρι νεωτέρας. Η υγρασία κολλάει πάνω στα πουκάμισα.

Όλο το νόημα βρίσκεται στον θερινό παρουσιαστή ειδήσεων του MEGA. Ο τρόπος που μιλάει, ειρωνεύεται, απευθύνεται στους εκάστοτε συνομιλητές του είναι ενδεικτικός. Ο Λιάρος δεν είναι παρουσιαστής ειδήσεων. Υπάρχει στα σαλόνια μας, για να μιλήσει εξ ονόματος όλων. Υπάρχει κάτω απ’ το άσπρο σεμεδάκι της θείας μου, για να επισημάνει σε αυστηρούς τόνους στους απεργούς τα προβλήματα που δημιουργούν στον τουρισμό. Υπάρχει στο πλάι του βόμβου του a/c για να βάλει επιτέλους στη θέση τους, τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τον αναποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό. Υπάρχει στις οθόνες μας, για να μας μαλώσει που δεν προχωράμε όσο γρήγορα πρέπει στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές. Οι παρουσιαστές γεννήθηκαν και ήρθαν εδώ τον Αύγουστο του 2010 για να πουν στους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους και τους φορτηγατζήδες, ότι από δω και πέρα θα πρέπει να τελειώνουμε με τις στρεβλώσεις.

Οι παρουσιαστές και τα παραθυρένια πλάσματα δεξιά κι αριστερά τους όμως, δεν είναι οι ομιλούσες κεφαλές της κυβέρνησης ή κάποιου καναλάρχη. Δεν κάνουν τη δουλειά κάποιου εθνικού εργολάβου, δεν προσπαθούν να υπερασπιστούν τον εργοδότη τους. Αυτό θα ήταν ένα απλό φαινόμενο. Θα το κατανοούσαμε, θα το εξηγούσαμε και θα αντιμετωπίζαμε (αν και όπως μπορούσαμε τέλος πάντων). Διαβάζω και βρίσκω εξαιρετικό τον τρόπο που το θέτει η R. Adler: “Journalists see themselves as a class apart”. (Ειδικά αφού μιλάμε για την τηλεόραση μάλιστα, θα άλλαζα λίγο τη φράση, χρησιμοποιώντας την πρόταση του M. Deuze και θα έλεγα οι media workers). Στο ελληνικό χάος, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει μια νέα και εντελώς ξεχωριστή τάξη. Όλοι αυτοί, που παλιά αποκαλούνταν δημοσιογράφοι, δεν στηρίζουν κάποια συγκεκριμένη πολιτική παράταξη ή κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα. Αντίθετα έχουν αναλάβει το ρόλο του εγγυητή της τάξης και της κανονικότητας. Παρέχουν το ιδεολογικό υπόβαθρο για την εμπέδωση και προώθηση ορισμένων συνθηκών. Οι πρώην δημοσιογράφοι, μοιάζει να μην ταυτίζονται ούτε με τις ελίτ για τις οποίες εργάζονται, ούτε με τον μεσοαστό που βλέπει στις ειδήσεις το μακρινό κακό που χτυπάει τον κόσμο κάπου σε κάποιο σημείο με δύσκολη προφορά και θολά σύνορα (πχ. Κυψέλη). Μοιάζει να θεωρούν τους εαυτούς τους, α class apart, τα πιο αγαπημένα παιδιά ενός πολύπλοκου οικονομικού συστήματος, που βρίσκεται σε αναβρασμό, αναζητώντας τρόπους περαιτέρω εξέλιξης. Με άλλα λόγια αυτό που παρακολουθούμε εμβρόντητοι κάθε βράδυ στις 8, δεν είναι βλέμματα και ρεπορτάζ, αλλά γενναία δείγματα της πιο ωμής δύναμης. Είναι η εξουσία στην πιο καθαρή της μορφή.
Μία απ’ τις κυρίαρχες επιτυχίες της τάξης αυτής είναι ότι αλλάζει τον κόσμο, αλλάζοντας τις λέξεις (δικαιώνοντας έτσι με ένα διαστροφικό τρόπο τον Μαλαρμέ). Ήδη η λέξη δημοκρατία έχει ένα εντελώς καινούριο νόημα. Ένα νόημα που συναντούν οι πολίτες μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ διάστημα, τα Μέσα δεν θα πληροφορήσουν μόνο, αλλά θα λύσουν και τα προβλήματα. Δε θα ενημερώσουν, αλλά θα δημιουργήσουν και συμμαχίες κατά της ακρίβειας. Θα επικοινωνήσουν live με τον υπεύθυνο της δημόσιας υπηρεσίας. Θα παίξουν το ρόλο του δικτύου κοινωνικής προστασίας. Δημοκρατία αποκαλείται το πολίτευμα στο οποίο ο πολίτης συμμετέχει στα κοινά με τη μεσολάβηση του τηλεφωνικού κέντρου του σκάι. Δημοκρατία είναι το πολίτευμα, στο οποίο επαναπροσδιορίστηκε η έννοια της συμμετοχής και, είμαστε τυχεροί, στοιχίζει μόνο 1,10€/ λεπτό.

Στείλε σκατά, κενό και το όνομα σου στο 14870 και δε θα χρειαστεί να αποφασίσεις για τίποτα πια.

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Don't cry for me Greece

Είχα βρεθεί σε απόγνωση. Δεν ήξερα που ακριβώς να αποτανθώ για να ζητήσω βοήθεια ώστε να σώσω την τιμή και την υπόληψη της πατρίδας μου.
Που πας ρε Καραμήτρο με τέτοια spread στα ομόλογα, σκέφτηκα...
Μην έχοντας λοιπόν πολλές εναλλακτικές, αποφάσισα να γράψω μια επιστολή, η οποία μου βγήκε τόσο συγκινητική που πίστευα μέχρι κι εγώ ότι θα δάκριζε ακόμα κι ο τελευταίος αλογομούρης της Wall Street, πίστευα ότι έτσι θα έπιανα τη διεθνή κοινότητα στο φιλότιμο και μπορεί να μας έβλεπε στο τέλος με συμπάθεια για μία ακόμα φορά. Τόσα χρόνια λέω μας εμπιστεύονται και μας δανείζουν, τώρα θα βγάλει η τσέπη τους καβούρια;
Δεν είναι δυνατόν σκέφτηκα, δεν μπορεί να μας αφήσουν στο έλεος της ανυμποριάς μας, των ελλειμμάτων και των δανεικών μας (και ποιων δανεικών μωρέ, ποιος δεν χρωστάει σήμερα!) και να καταποντιστούμε σαν το Σάμαινα δύο ναυτικά μίλια από τη στεριά, δεν γίνεται να ξεπέσουμε στην ανυποληψία και να μας εξευτελίζουν καθημερινά οι κάθε λογής κερδοσκόποι της οικουμένης, ποιούς; εμάς! που μπορεί ασφαλώς να τα κάναμε σκατά, δηλαδή τι σκατά, εδώ ένα σπίτι αγοράζεις και παίρνεις στεγαστικό, ολόκληρος Δημόσιος Τομέας, μια ολόκληρη κρατική μηχανή, να μην χρηματοδοτηθεί κι αυτή με το κατιτίς της; αλλά εμείς είμαστε ο λαός ο εκλεκτός! Δεν γίνεται λέω να αφεθούμε στη μοίρα μας, δεν το θέλει ούτε κι ο Θεός ο ίδιος, εμείς είμαστε το λίκνο του Δυτικού Πολιτισμού, εμείς όταν χτίζαμε Παρθενώνες, εκείνοι κυνηγούσαν αγριογούρουνα στα δάση, όταν εμείς τρώγαμε ψητό χταποδάκι και χοχλιούς μπουμπουριστούς, εκείνοι τότε μόλις ανακάλυπταν εκείνη την αηδία, το σούσι!
Δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν το καλύτερό μου κείμενο, ω ναι, ήταν, ακόμα κι εγώ τελικά με ζήλεψα κι έφτυνα τον κόρφο μου μη με ματιάσω! Έλα όμως που φαίνεται ότι είναι γραφτό της μοίρας μας να τραβήξουμε το κουπί μονάχοι μας και να λουστούμε αυτά που κοροϊδεύουμε;
Το κείμενο ήταν τόσο συγκινητικό που μέχρι κι εγώ έβαλα τα κλάματα με αυτά που έγραφα! Δεν άντεξα να το στείλω, τους λυπήθηκα, ω ναι, κι έτσι πάτησα το delete!
Όλα έγιναν στάχτη και μπούρμπερη!
...και τώρα τι;
Ωιμέ!
Συμφορά!
Πως θα ξεπληρώσω το Καγιέν τώρα ο άνθρωπος;
Με τι μούτρα θα ξαναβγώ στην Oxford street για μοντελάκια;
Πως θα επισκευάσω τώρα το τζακούζι στο σαλέ μου στην Αράχοβα;
Με τι όρεξη θα ξαναφάω σούσι;
Don’t cry for me Greece και για την μαύρη μου κατάντια, the truth is I never left you, τούτο το δρόμο θα τον διαβούμε μαζί, όπως κάνουμε χρόνια τώρα.
Don’t cry for me Greece, γιατί αντί να κλαις εσύ για μένα, θα πρέπει εγώ να κλάψω και να γελάσω με ΄σένα πρώτα απ’ όλα.
Don’t cry for me Greece, μπορεί εγώ να κάνω την καρδιά μου πέτρα και να την βγάλω τελικά με τα ετοιματζίδικα, αλλά εσύ όμως προετοιμάσου για να φορέσεις το τελευταίο κοστουμάκι της υψηλής χρηματοπιστωτικής ραπτικής.
Don’t cry for me Greece, εγώ τον καφέ μου πάντα πικρό τον έπινα, εσύ απλά έχεις μάθει στο λουκούμι.
Don’t cry for me Greece, μπορεί τελικά και να την σκαπουλάρουμε, περίμενε να κατακάτσει πρώτα ο κουρνιαχτός και ίσως πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας (τα λούσα) θα ΄ναι!
Don’t cry for me Greece, το κλάμα σπάει την επιδερμίδα και πλέον δεν υπάρχει σεντς μήτε για ενυδατική!

ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

Πάτερ μου, θα είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε μια απόδειξη για το μυστήριο;
Τέκνο μου, τα μυστήρια δεν θέλουν αποδείξεις! Πίστευε και μη ερεύνα!
Δεν εννοούσα τέτοια απόδειξη, πάτερ, από τις άλλες εννοούσα, εκείνες που ζητάει η εφορία!
Εδώ, τέκνο μου, ισχύει το "πλήρωνε και μη ερεύνα". Τι να γράψω δηλαδή ο Χριστιανός στην απόδειξη "back vocals 200 ευρό και αμοιβή παπά άλλα 50"; Αμαρτία!
Αμαρτία είναι να μην δίνετε αποδείξεις, πάτερ.
Μα εκεί στηρίζεται όλη η θρησκεία, τέκνο μου! Στο να μην δίνουμε αποδείξεις. Και δεν τα λέω εγώ αυτά, τα λέει ο Θεός! Γιατί ο Θεός δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι υπάρχει!
Ο Θεός χρωστάει τόσα πολλά στους ανθρώπους, πάτερ, που έχει μπει στον Τειρεσία εδώ και αιώνες.
Τι'ναι αυτά που λες παιδί μου;! Δεν έχεις τον Θεό σου!
Καλά, αυτός ο Θεός δεν σας λέει να βοηθήσετε λίγο την κακομοίρα την Ελλάδα που έχει βουλιάξει; Να δώσετε κανά οικοπεδάκι να σωθεί η χώρα...
Τι΄ναι αυτά που λες, τέκνο μου; Τι είμαστε εμείς να πουλήσουμε κτήματα, κτηματομεσίτες; Εμείς είμαστε απλά η φωνή του Θεού. Και η φωνή του Θεού μας έχει υπαγορεύσει να μην δίνουμε αποδείξεις. Αποδείξεις να δώσει η επιστήμη. Μην μπλέκουμε τα μπούτια μας, o Θεός να με σχωρέσει για το απρεπές σχόλιο, αλλά άλλο επιστήμη, άλλο θρησκεία. Kαι τώρα θα σας παρακαλούσα να αποχωρήσετε από τον ιερό χώρο γιατί πρέπει να τελέσουμε το επόμενο μυστήριο...
Που πηγαίνουν τα λεφτά σε αυτή τη χώρα... είναι ένα μυστήριο τελικά!

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Αφύσικα

Δίπλα στην καλώς νοούμενη οικολογική συνείδηση, δίπλα στην ακόμα καλύτερα νοούμενη ανησυχία και εγρήγορση για τις αλλαγές στο κλίμα και γενικότερα στο περιβάλλον που επιφέρει ο ανθρώπινος παράγοντας, έχει αναπτυχθεί και ένα ιδεολόγημα που καθιστά την φύση κάτι σαν τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου, ένα ιδεολόγημα σύμφωνα με το οποίο όταν επέρχεται η άλφα ή η βήτα φυσική καταστροφή αυτό συμβαίνει επειδή η φύση εκδικείται, εκδικείται για κάποια από τις ανωμαλίες που εμείς της προκαλέσαμε, με αποτέλεσμα πάλι εμείς να φταίμε. Το ιδεολόγημα αυτό έχει αναπτυχθεί ακριβώς επειδή ζώντας στο προστατευμένο περιβάλλον των πόλεων έχουμε αποξενωθεί από τη φύση και η αποξένωση από τη φύση έχει οδηγήσει στην εξιδανίκευση της φύσης: λίγο ακόμα και θα πειστούμε ότι αν δεν υπήρχε ο άνθρωπος που την καταστρέφει, αυτή θα μας φιλοξενούσε μέσα της όπως ο Παράδεισος τους πρωτόπλαστους. Ίσως γιατί παύοντας να πιστεύουμε στο Θεό που μας τιμωρεί μέσω της φύσης, η μόνη πειστική εξήγηση για τις φυσικές καταστροφές είναι το ανθρώπινο χέρι που επενέβη στην πάνσοφη και αρμονική φύση: κάποιος πρέπει πάντα να φταίει κι αφού δεν είναι ο Θεός, ας είμαστε εμείς· άλλωστε και στην μία και στην άλλη περίπτωση στις ενοχές μας τελικά απευθυνόμαστε.
Ωστόσο η φύση σκότωνε, σκοτώνει και θα σκοτώνει, εξολόθρευε, εξολοθρεύει και θα εξολοθρεύει, χωρίς αναγωγή σε κάποια αιτία που να έχει σχέση με το δίκαιο και την τιμωρία, χωρίς αναγωγή σε κάποια αιτία που να έχει σχέση με το καλό και το κακό, αφού το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό, είναι κάτι συναρπαστικά κατασκευασματάκια που μέσα από όλο το γνωστό μας φυσικό περιβάλλον κατοικοεδρεύουν μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Κατασκευασματάκια ανθρώπινα, κατασκευασματάκια αφύσικα.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Detached ....


Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Τον ισχυρισμό τους επιβεβαιώνουν και οι τρίτοι. Ωστόσο, για εμάς που περνάμε τα χρόνια μας παρατηρώντας τους, είναι αυτονόητο πως αυτοί οι παράξενοι τύποι δεν είμαστε εμείς. Από την άλλη, όσο και αν θα θέλαμε να ισχυριστούμε με τη σειρά μας πως τελικά εμείς οι παρατηρητές είμαστε εμείς, τους παράξενους τύπους παρατηρούμε συνεχώς για να μπορούμε να αποφαινόμαστε τι είμαστε και τι όχι.

Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Τους βλέπουμε πόσο ριζικά αλλάζουν με τα χρόνια. Τους βλέπουμε ταυτόχρονα πόσο ριζικά απαράλλακτοι μένουν. Καταγράφουμε την σταδιακή πορεία τους από έναν εαυτό προς έναν άλλο εντελώς διαφορετικό, καταγράφουμε ταυτόχρονα την με κάθε τρόπο επαλήθευση του βαθιού τους εαυτού. Καταγράφουμε τη συνομιλία και την αλληλεπίδραση αυτού που μέσα τους είναι νέο, με αυτά που δεν θα φύγουν από μέσα τους ποτέ.

Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Ισχυριζόμαστε πως τους έχουμε κατανοήσει από κάθε πλευρά, ισχυριζόμαστε πως το υλικό που έχουμε συλλέξει για αυτούς αποκαλύπτει στα μάτια μας γυμνό το ανθρώπινο μυστήριο με όλες του τις αντιφάσεις και τις σταθερότητες, τις γενναιότητες και τις δειλίες, τις ομορφιές και τις ασχήμιες. Εκείνοι παίζουν το έργο και εμείς το καταγράφουμε διαπιστώνοντας ότι κεφάλαιο με κεφάλαιο αρχίζει να σχηματοποιείται σε κάτι αληθινά ενδιαφέρον. Ξέρουμε βέβαια ότι ενδιαφέρον το καθιστά η παρατήρησή μας, η ανάγνωσή του, η κατανόησή του. Ξέρουμε δηλαδή ότι ενδιαφέρον καθίσταται ακριβώς λόγω του δυισμού μας, λόγω της αποστασιοποίησής μας από εκείνους που μας παριστάνουν.

Περιφερόμαστε μέσα στη ζωή παρατηρώντας κάτι παράξενους τύπους που ισχυρίζονται πως είμαστε εμείς. Μερικές φορές η παρατήρηση μάς κουράζει, η αποστασιοποίηση μάς κουράζει, ο δυισμός μάς κουράζει. Μερικές φορές θα λαχταρούσαμε να πετάξουμε κάτω το εργαλείο της καταγραφής, να γκρεμίσουμε την απόσταση και να γίνουμε ένα με αυτούς τους παράξενους τύπους. Αλλά τι κοινό έχουμε πια μαζί τους; Αλλά τότε ποιός θα σκέφτεται; Αλλά τότε ποιός θα καταλαβαίνει; Αλλά αν καταλυθεί η απόσταση και η μεταξύ τους σχέση, πού θα είμαστε πια εμείς;

Κάτι παράξενοι τύποι περιφέρονται μέσα στη ζωή, στην τύχη· και στην ανάγκη· και στην τύχη. Τους παρατηρούμε από ανάγκη σκέτη· τίποτα το τυχαίο εδώ: βαθύς εαυτός. Αλλά μήπως έτυχε κι αυτός; Θα πεθάνουμε μην ξέροντας, θα πεθάνουμε ακόμα πιο αβέβαιοι για όλα. Οπότε προς τι το είμαι μισός παρών μισός παρατηρών; Μα δεν ξέρω. Μα δεν με νοιάζει. Ο καθένας ας περιφερθεί μέσα στη ζωή του όπως του ταιριάζει καλύτερα, όντας ένα με τον εαυτό του ή όντας δύο με τον εαυτό του, ζώντας διαρκώς τη στιγμή ή ζώντας διαρκώς το βαθύτερο νόημα της στιγμής· είτε έτσι είτε αλλιώς κάτι θα χάσει και κάτι θα κερδίσει.

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Η σκυταλοδρομία του κόστους


Ανδρέας Λοβέρδος: «Ανατρέπουμε ένα νοσηρό κλίμα δεκαετιών, φέρνοντας ενώπιόν σας κυρίες και κύριοι βουλευτές, τη μεγάλη διαρθρωτική αλλαγή του ασφαλιστικού, χωρίς να υπολογίζουμε έννοια πολιτικού κόστους. Να τελειώνουμε πια με αυτή την άθλια έννοια της μεταπολίτευσης»
Να τελειώνουμε, γιατί πια ζούμε στην εποχή μιας άλλης έννοιας, απείρως αθλιότερης: της έννοιας του οικονομικού κόστους.

Αν στην εποχή του πολιτικού κόστους μια κυβέρνηση δίσταζε να πάρει αποφάσεις που θα ήταν επωφελείς μακροπρόθεσμα και συνολικά, φοβούμενη αντιδράσεις τμημάτων της κοινωνίας που ήθελαν να προασπίσουν το βραχυπρόθεσμο δικό τους συμφέρον, στην εποχή του οικονομικού κόστους μια κυβέρνηση αναγκάζεται -ή καμώνεται πως αναγκάζεται- να παίρνει κατεδαφιστικές αποφάσεις, κατεδαφιστικές τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, τόσο για το σύνολο της κοινωνίας όσο και για τα επιμέρους τμήματά της, εκφοβιζόμενη -ή επισείοντας τον μπαμπούλα- τμημάτων της οικονομίας που θέλουν να προασπίσουν το βραχυπρόθεσμο δικό τους συμφέρον.

Στην εποχή του πολιτικού κόστους η τελική αναγωγή ήταν ο ψηφοφόρος που θα τιμωρούσε στις εκλογές (και που εν πάση περιπτώσει όσο κοντόφθαλμα κι αν τιμωρούσε, ήταν αναφαίρετο δημοκρατικό του δικαίωμα να το κάνει), στην εποχή του οικονομικού κόστους η τελική αναγωγή είναι ο δανειστής που τιμωρεί στις αγορές με «απαγορευτικά» επιτόκια.

Στην εποχή του πολιτικού κόστους το παιχνίδι λεγόταν ακόμη πολιτική και δημοκρατία και κρίσιμη εξακολουθούσε να είναι η σχέση πολίτη - πολιτικού, στην εποχή του οικονομικού κόστους το παιχνίδι λέγεται οικονομία, πραγματικότητα, αγορές και κρίσιμη παύει -ή πρέπει πάση θυσία να πειστούμε πως παύει- να είναι η οποιαδήποτε εσωτερική πολιτική σχέση, αφού είναι το ίδιο το κράτος που δεν είναι πια ένα κράτος (ήτοι μια πολιτική κοινωνία ανθρώπων που αποφασίζει εκείνη πως θα ρυθμίσει τα του οίκου της), έχοντας αλλάξει υπόσταση, έχοντας μετατραπεί από πολιτικό μέγεθος σε καθαρά οικονομικό μέγεθος, έχοντας μετατραπεί σε σκέτο μαγαζί που χρωστάει.

Αν στην εποχή του πολιτικού κόστους το κοινό καλό υποχωρούσε μπροστά στον συνταξιούχο (ή και σε λιγότερο ευγενικές εκφάνσεις, στον φορτηγατζή ή τον συμβολαιογράφο), στην εποχή του οικονομικού κόστους το κοινό καλό υποχωρεί μπροστά στον δανειστή.

Αν στην εποχή του πολιτικού κόστους η δυνατότητα μιας πιο πλούσιας συνολικά χώρας υποχωρούσε υπό την πίεση πολιτών που επιδιώκουν να μην φτωχύνουν, στην εποχή του οικονομικού κόστους η δυνατότητα μιας πιο πλούσιας συνολικά χώρας υποχωρεί υπό την πίεση δανειστών που δεν τους λες και φτωχούς.

Εν πάση περιπτώσει αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες είναι πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα μια ριζική αλλαγή στη νοηματοδότηση των εννοιών. Αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες είναι πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα μια ηθελημένη ή αθέλητη προσπάθεια να ξεχάσουμε όλα όσα ξέραμε για το τι σημαίνει δημοκρατία, τι σημαίνει πολίτης, τι σημαίνει κράτος. Εκείνο που μας παρουσιάζουν τους τελευταίους μήνες δεν είναι ένα κράτος που έχει (κι αυτό και άλλα πολλά κράτη) τεράστια οικονομικά προβλήματα, εκείνο που μας παρουσιάζουν είναι μια καινούρια αφήγηση: Ο κόσμος μας δεν χωρίζεται σε αυτεξούσια κράτη (που με τη σειρά τους εξαρτώνται από τους πολίτες τους αν είναι δημοκρατικά ή από την εξουσία τους αν δεν είναι δημοκρατικά), ο κόσμος μας μπορεί και λειτουργεί χάρη στις αγορές που δανείζουν τα κράτη. Ανώτατη ρυθμιστική αρχή των πάντων είναι οι αγορές και οι κανόνες τους. Αυτονόητα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα δεν υπάρχουν, ούτε και υποχρέωση των κρατών να τα διασφαλίζουν. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο και αναπαλλοτρίωτο, όλα είναι μια σχέση οικονομικής συναλλαγής και αν το κράτος στο οποίο ζεις δεν ανταποκρίνεται στις οικονομικές υποχρεώσεις προς τους δανειστές του, τότε όλα θα μπουν στο τραπέζι, τότε όλα θα ξανακριθούν από την αρχή και υπό την βάση καθαρά ανταποδοτικών κριτηρίων.

Δεν ζούμε μια οικονομική κρίση, ζούμε σε έναν καινούριο κόσμο.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Σύγκριση και πάλι σύγκριση


Απ΄την πρώτη στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας, με την πρώτη μας αναπνοή, το πρώτο κλάμα, το πρώτο χαμόγελο περνάμε κάτω από το μικροσκόπιο της σύγκρισης θέλοντας και μη. Πρώτα - πρώτα θα περάσουμε απ τα «χέρια» της οικογένειάς μας. Θα μας συγκρίνουν με τ’ άλλα μέλη της οικογένειας. Ποιανού μοιάζει η μύτη μας, ποιανού το χαμόγελο, τα μάτια κτλ.
Στην συνέχεια θα αρχίσουν οι συγκρίσεις με τα άλλα παιδάκια. Πόσο πιο έξυπνα φαίνονται τα ματάκια μας, πόσο περισσότερα μαλλιά έχουμε απ΄ τα άλλα παιδάκια, πόσο πιο ζωηρά είμαστε.
Οι συγκρίσεις στη συνέχεια όλο και πυκνώνουν. Πόσο γρήγορα είπαμε τις πρώτες μας λεξούλες, πόσο γρήγορα περπατήσαμε, πόσο γρήγορα μάθαμε να γράφουμε, να μετράμε, να διαβάζουμε. Πόσο πιο καλοί μαθητές είμαστε, πόσο πιο ψηλοί σε σύγκριση με τα άλλα παιδιά.
Σιγά - σιγά μπαίνουμε και εμείς στο πνεύμα της σύγκρισης και αρχίζουμε να ζυγίζουμε τα πάντα. Πόσο πιο καλή είναι η δουλεία μας, πόσο πιο καλό μισθό έχουμε, πόσο πιο καλό είναι το σπίτι, το αυτοκίνητο,το κινητό μας.
Σύγκρισή - σύγκριση και ξανά σύγκριση. Όλη αυτή η σύγκριση όμώς δεν μας βγαίνει σε καλό γιατί πάντα θα βρούμε κάτι σε κάποιον που είναι καλύτερο από μας. Μας φταίει η εμφάνιση μας και ονειρευόμαστε να αποκτήσουμε το σώμα κάποιας διασημότητας. Τρέχουμε σε πλαστικούς χειρούργους για να μας «διορθώσουν» τις ατέλείες μας. Νιώθουμε δυστυχισμένοι γιατί δεν έχουμε το μυαλό του Αϊνστάιν, γιατί δεν έχουμε τον εσωτερικό κόσμο της τάδε ή του τάδε και πάει λέγοντας.
Κι αυτή η «αρρώστια» της σύγκρισης δεν έχει τελειωμό. Είναι εκεί και μας δηλητηριάζει την ζωή. Τίποτα δεν φαίνεται να μας ευχαριστεί. Διαρκώς ζητούμε κι άλλα. Κι όταν ακόμη τα αποκτούμε δεν παύει να μας ακολουθεί αυτή η αίσθηση πως κάτι μας λείπει.
Χάνουμε πολύτιμο χρόνο από την ζωή μας για να δημιουργήσουμε περισσότερα και να γίνουμε εμείς «τέλειοι» και έτσι χάνουμε τον εαυτό μας. Ξεχνάμε πως η δημιουργία μας οφείλεται σε μια ανώτερη δύναμη. Πως ο κάθε ένας από εμάς είναι ξεχωριστός για κάτι. Δεν υπάρχουν όμορφοι κι άσχημοι, όλοι είμαστε ξεχωριστοί.
Και ποιος είπε πως τα πολλά υλικά αγαθά φέρνουν την ευτυχία; Ποιοι είναι πραγματικά ευτυχισμένοι: αυτοί που είναι ευχαριστημένοι με αυτά που έχουν και ζούνε χωρίς την σύγκριση ή αυτοί που δεν ξέρουν καν τι έχουν και που συνεχίζουν να κυνηγούν αυτό το κάτι που κάνει άλλους καλύτερους από απ’ αυτούς;

Μαϊντανοί – άνηθοι και λοιπά καρυκεύματα!


Μαϊντανός: Επάγγελμα προσοδοφόρο. Συνδυάζει χρήμα και δόξα. Το τέλειο. Δεν χρειάζεσαι σπουδές ειδικές. Δεν έχει όριο ηλικίας. Δεν υπόκειται σε φορολογίες, ΙΚΑ, σύκα, μίκα, ΤΕΒΕ. Δεν χρειάζεσαι βοηθό. Δρας μόνος, αυτόνομος, άναρχος, τσαμπουκάς, θρασύς, εριστικός ιδιότητες που τις έχουν οι μισοί έλληνες.
Το μόνο που χρειάζεσαι είναι πιασάρικο θέμα, πράγμα πολύ εύκολο την σήμερον ημέρα και ένας φιλόδοξος παρουσιαστής ή παρουσιάστρια με πονηρή μουσούδα και πιο πονηρές προθέσεις…
Επίσης στα αβαντάζ του επαγγέλματος προστίθεται το ότι είναι κλειστό. Οι ίδιοι και οι ίδιοι. Επί παντός επιστητού. Δεν χρειάζεσαι ειδικότητες. Το ίδιο άτομο είναι (κρατάτε αναπνοή) γιατρός, δικηγόρος, σεισμολόγος, πολιτικός, ηθικολόγος, θεολόγος, μετεωρολόγος, κριτικός θεάτρου, κινηματογράφου, αξιολογητής ανθρώπων, κειμένων και λοιπόν πνευματικών κατασκευασμάτων, ιστορικός, ιδιωτικός αστυνομικός, πατριώτης (ο καθείς από την σκοπιά του), πατριδοκάπηλος, αυτόκλητος σωτήρας, καταστροφολόγος, τερατολόγος. Θα θυμηθώ και άλλα, ας μην αναλωθούμε όμως με τα προσόντα των κυρίων και κυριών.
Αν δεν υπήρχαν αυτοί καταργούνταν αυτομάτως και οι παρουσιαστές των διαφόρων εκπομπών που σαν μανιτάρια φύτρωσαν για να δώσουν βήμα και λόγο σε αυτό το πλήθος των «ειδικών». Το επάγγελμα δεν έχει και ανεργία. Ας περιγράψουμε το σκηνικό. Είναι παντού το ίδιο με διάφορες περικοκλάδες. Ένα μεγάλο τραπέζι να χωρά από 10 έως 30 «ειδικούς» και πάγκους να κάθονται οι δευτεράντζες. Ο παρουσιαστής δικτάτωρ και δυνάστης στο κεφάλι του τραπεζιού, ενίοτε και στο κεφάλι τους, διευθύνει την ορχήστρα κατά πως θέλει. Θέλει ένα — ένα όργανο; Θέλει ντουετάκι; Θέλει όλοι μαζί (εκεί πια χάνεις το νου σου).
Σαν να μην έφταναν οι παρόντες, να και οι τηλεφωνικές παρεμβάσεις, που ο παρουσιαστής κάνει και τον έκπληκτο. Σαν να μην το ήξερε. Επίσης είναι και τα link. Σε πιο διάσημους μαϊντανούς στέλνουμε και σύνδεση. Που να τρέχουν οι ονομαστοί και ακατονόμαστοι από κανάλι σε κανάλι; Γιατί οι πιο περιζήτητοι από τους «ειδικούς» δεν ξέρω πως μετακινούνται. Διακτινίζονται ίσως. Όποιο κανάλι και να ανοίξεις είναι σε διαφορετικό πάνελ. Δηλαδή αν δεν τον γουστάρεις δεν υπάρχει περίπτωση, θα τον φας στη μάπα ούτως ή άλλως.
Φαντάζομαι υπερωρίες που θα παίρνουν, διότι θα πρέπει να καλύψουν και την υπερκόπωση που προέρχεται από τα ξενύχτια. Ξεροσταλιάζουν ως τις 2 με 3 τα χαράματα, ανάλογα με τον παρουσιαστή και το θέμα για να πουν μια κουβέντα που πρέπει να ζυγιάσουν καλά. Διότι αλλιώς θα τους κατασπαράξει το αφεντικό και οι «συνάδελφοί» τους. Έχει και αυτό το επάγγελμα τα δύσκολά του. Και όπου λέμε αφεντικό εννοούμε τον κάτοχο της εκπομπής, ο οποίος δεν έκανε τον κόπο να τον φέρει για να έχει την δική του γνώμη. Τον έφερε για χορωδία. Αλίμονο αν παραφωνήσει.
Ένα που δεν καταλαβαίνω και θα με φάει η απορία. Καλά αυτούς που δεν τους νοιάζει η υστεροφημία τους και εκτίθενται ποικιλοτρόπως. Υπάρχουν όμως πολλοί που τους εκτιμώ κατά τα άλλα. Που δεν χρειάζονται άλλη προβολή. Αυτοί γιατί το κάνουν;

Τα βήματα της ευτυχίας


Ξέρεις:
Ότι δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα μαζί.
Ότι δεν μπορείς να κάνεις όλα τα πράγματα εξίσου καλά.
Ότι δεν μπορείς να είσαι αγαπητός σε όλους τους ανθρώπους.
Ότι είσαι άνθρωπος και μην προσπαθείς να γίνεις υπεράνθρωπος.
Γι’ αυτό:
Πρέπει να βρεις ποιος είσαι και να γίνεις αυτό που είσαι.
Πρέπει να αποφασίσεις τι έρχεται πρώτο στην ζωή σου και να το κάνεις.
Πρέπει να ανακαλύψεις τις δυνάμεις σου και να τις χρησιμοποιήσεις.
Πρέπει να μάθεις να μην ανταγωνίζεσαι τους άλλους στον διαγωνισμό «για το ποιος είσαι» γιατί δεν υπάρχει κανένας, παρά μόνο ο εαυτός σου.
Τότε:
Θα μάθεις να δέχεσαι την μοναδικότητα σου.
Θα μάθεις να βάζεις προτεραιότητες και να παίρνεις αποφάσεις.
Θα μάθεις να ζεις με τους δικούς σου περιορισμούς.
Θα μάθεις να δίνεις στον εαυτό σου τον σεβασμό που δικαιούται.Θα μάθεις να ζεις!
Τόλμησε να πιστέψεις:
Ότι είσαι ένας υπέροχος, μοναδικός άνθρωπος.
Ότι είναι καθήκον σου να γίνεις αυτός που είσαι.
Ότι η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσεις αλλά ένα δώρο που πρέπει να λατρέψεις.
Έτσι θα είσαι ικανός να σκέφτεσαι πάντα θετικά και να διώχνεις ότι αρνητικό σε σπρώχνει προς τα κάτω. Είναι πιο όμορφο να βλέπουμε ψηλά στον καταγάλανο, φωτεινό ουρανό πάρα να κοιτάμε χαμηλά στην γη.