Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Στο θολωμένο μου μυαλό.....

Είναι κι αυτό το μεταίχμιο («μεχμέτιο» που έλεγε και μια ψυχή) ανάμεσα στο «κάτι» και στο «τίποτα»: μπήκαμε στον Ιούλιο κι ο καιρός δεν λέει ν΄ αποφασίσει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει.

Χειμώνας ή καλοκαίρι; Καύσωνας ή ψοφόκρυο; Κουφόβραση ή πέφτουν της βροχής οι στάλες κι εγώ κάθομαι στις σκάλες; Να φωνάξω τον συντηρητή των κλιματιστικών ή να σκαρφαλώσω στα πατάρια για την έξτρα κουβέρτα; Να πάθω γρίπη των λεγεωναρίων ή γρίπη των χοίρων;
Και δεν είναι να πεις, «τρελάθηκε η φύση»! Η φύση (και ο Βιβάλντι) μια χαρά τακτοποιημένες τις είχε τις τέσσερις εποχές. Εμείς την τρελάναμε, εμείς την ξεκάναμε, εμείς την αποτελειώσαμε. Εμείς- που το μόνο που μάθαμε να ανακυκλώνουμε είναι η ηλιθιότητά μας!
Είπα «ηλιθιότητα»: Πολλοί ηλίθιοι μαζευτήκαμε, αδελφάκι μου. Ηρθε κι έπεσε overdose στον πλανήτη. Πώς να τα βγάλει κι αυτός ο καψερός πέρα, όταν έχει ν΄ αντιμετωπίσει ένα ΙQ-12; Σίγουρα, τα μικρά πράσινα ανθρωπάκια που μας βλέπουν από κει ψηλά έχουν αλλάξει συκώτι- αν έχουν συκώτι- απ΄ το γέλιο. Γιατί δεν μας κάνουν επίσκεψη; Δεν έχουν τα μεταφορικά μέσα; Ή απλώς, μας βαριούνται θανάσιμα;
Είπα «βαριούνται»: Έχει βαρεμάρα ή εγώ βαριέμαι; Τα χρόνια περνάνε σαν φτερό, οι ώρες δεν περνάνε με τίποτα! Είναι νορμάλ αυτό τώρα; Για να πάει η ώρα από 7 σε 8, μεσολαβεί ένας αιώνας. Για να γίνεις από 18 χρονών, 28 μεσολαβεί ένα δευτερόλεπτο... Σέρνονται οι στιγμές σαν τις σαύρες στο χώμα... Και πόση τηλεόραση να δεις πια; Όσο ζάπινγκ και να κάνεις στο ίδιο ΔΝΤ θα πέσεις!
Είπα «ΔΝΤ»: Ολοι πεινάνε, όλοι χρεοκοπούν εκτός από τους ενεχυροδανειστές. Αυτοί πλέον έχουν χτιστεί ζωντανοί στα ασήμια και τα μαλάματα. Κοσμήματα, αντικείμενα, ενθύμια ακριβά κι αγαπημένα. Μέχρι τις βέρες βγάζουν απ΄ το δάχτυλο... Μέχρι χρυσά δόντια ξεκολλάνε απ΄ το στόμα τους... Ένας κόσμος σε απόγνωση παζαρεύει τις αναμνήσεις του, για ένα 10ευρο παζαρεύουν. Εκεί φτάσαμε...
Κι έχουμε δρόμο ακόμα... Ο αφέτης μόλις πυροβόλησε στον αέρα... Η μοναξιά του δρομέα μακρινών αποστάσεων μόλις ξεκίνησε... Κι είμαστε και με άδειο στομάχι...
Και καλά να κάνεις το σκατό σου παξιμάδι:
Πώς το τρως μετά, μου λες;
Είπα «παξιμάδι»: Παξιμάδι με χόρτα πρωί-μεσημέρι- βράδυ είναι η καινούργια δίαιτα.
Άντρες και γυναίκες- ως χαρωπές χωριατοπούλες- εκδράμουν σε βουνά και σε ραχούλες, προκειμένου να γεμίσουν χόρτα το καλαθάκι. Με καλαθάκι αδειανό και στην καρδιά θλιμμένο, ένα φτωχούλι ορφανό πεινάει το καημένο. Ήρθαν κι έγιναν οι λόγγοι η χαρά της οστεοπόρωσης. Κάθε βλήτο κι ένα κρακ. «Κρακ κρακ τα σήμαντρα της εκκλησίας, κρακ κρακ ο αντίλαλος της ερημιάς» για να πληρώσει τη νύφη και ο εθνικός μας Σολωμός.
Είπα «σολωμός». Τι απέγινε, άραγε, αυτή η ψυχή; Θυμάσαι που είχαμε φάει έναν προ ΔΝΤ; Καλά που τον βγάλαμε φωτογραφία να τον κρεμάσουμε δίπλα στο απολυτήριο του παιδιού! Πάει τώρα κι αυτός, χάθηκε: από καπνιστός Νορβηγός, έγινε ιπτάμενος Ολλανδός! Να ζούμε να τον θυμόμαστε!
Είπα «θυμόμαστε». Θυμάσαι, βρε, κάποτε που περνάγαμε καλά; Που πηγαίναμε σινεμά και ταβερνάκι;
Θυμάσαι τις διακοπές στα νησιά;
Θυμάσαι τα «μουσκεμένα χιλιόμετρα» με το αμάξι- τότε που δεν υπολογίζαμε βενζίνες και οκτάνια;  Θυμάσαι τότε που το οικογενειακό έσοδο ονομαζόταν «μισθός» κι όχι «φιλοδώρημα». Θυμάσαι, βρε, που περνάγαμε καλά; Που γελάγαμε πολύ;
Θυμάσαι;
Είπα «θυμάμαι», αλλά ξέχασα τι έπρεπε να θυμηθώ.
Τα έχω απωθήσει όλα αυτά. Κι ας εμμένουν... Κι ας επιμένουν... Κι ας ελλοχεύουν πεισματικά εκεί... πίσω στην άκρη του μυαλού... Του θολωμένου μου μυαλού...
Αχ, Ακη Πάνου, μέγιστε- τα είπες όλα κι έφυγες:
«Στο θολωμένο μου μυαλό,
ο κόσμος είναι μια σταλιά,
κάτι σκιές απ΄ τα παλιά
και κάποιο πάθος μου τρελό...
Το θολωμένο μου μυαλό,
μ΄ έχει προδώσει προ πολλού,
του λέω αλλού, και τρέχει αλλού,
με κάνει και παραμιλώ»...
Το θολωμένο μου μυαλό...

...Προσαρμόσου.....

Μέρες τώρα αισθάνομαι ένα κενό μέσα μου και δεν έχω καθόλου διάθεση να γράψω κάτι.

Τίποτα απ΄όσα γίνονται γύρω μου δεν μου προξενεί πια εντύπωση, ούτε μου δίνει το ερέθισμα να ασχοληθώ μαζί του με το να το διακωμωδήσω ή να το σαρκάσω (αγαπημένη μου τακτική όταν νιώθω το μάτι μου να γυρίζει έως σημείο αλληθωρισμού).
Νιώθω ότι έχω βαλτώσει κι ότι... ότι γίνεται γύρω μου "καλώς" γίνεται.
Παντελώς αδιάφορα όλα...και πολύ φοβάμαι ότι έχω αρχίσει να "προσαρμόζομαι" με το ρεύμα της εποχής.
Προσαρμόζω λοιπόν τον π@@@@ρα να ζει την καθημερινότητά του χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες πια; Προσαρμόζομαι ν`ακούω ότι επί 20 χρόνια αυτοί που εμπιστεύτηκα με την ψήφο μου-μας μ΄έκλεβαν χωρίς φόβο και πάθος;
Προσαρμόζομαι ν`αποδέχομαι ότι το να με κλέβουν είναι κάτι πολύ φυσικό, όπως η ανάσα μου; Πρόσφατα μ`έκλεψαν και στην πραγματικότητα, και μάλιστα άνθρωπος που είχα εμπιστευτεί.
Ε και; Που το παράξενο θα μου πείτε. Έκανε ότι τον διδάσκουν κάθε μέρα. Το αποδέχομαι χωρίς ν`αντιδράσω γιατί έτσι μ`έμαθαν πια να ζω. Ν`αποδέχομαι και να προσαρμόζομαι.
Κι όταν θα έρθει η στιγμή κι εγώ να κλέψω, είτε σε είδος είτε την ζωή κάποιου ανθρώπου, να αισθάνομαι ικανοποιημένος γιατί επιτέλους προσαρμόστηκα με το ρεύμα της εποχής.
Προσαρμόσου λοιπόν π@@@@ρα προσαρμόσου.
Ν`αποδέχεσαι την βλακεία του Γιώργου και να τον λυπάσαι γι αυτό.
Να πιστεύεις ότι οι δικοί του έκλεβαν, κι αυτός τραγούδαγε το "τρία πουλάκια κάθονταν και πλέκανε κορδέλες." Να πιστεύεις ότι ο Γιώργος θα καθαρίσει τον τόπο από τους κλέφτες, σαν να λέμε " ο λερωμένος θα πιάσει τον λερωμένο".
Να βλέπεις τον Σημίτη να το παίζει αθώα περιστερά και να τον πιστεύεις.
Προσαρμόσου στην ατιμωρησία των πολιτικών,στην υποκρισία και την αναλγησία της εποχής.
Προσαρμόσου στο κράτος της πορνείας που ζεις.
Προσαρμόσου επιτέλους π@@@ρα προσαρμόσου.
Προσαρμόσου να χάνεις κάθε μέρα την ανθρωπιά σου με το "ωχ δεν βαριέσαι αδελφέ".
Να βλέπεις όσα γίνονται με απάθεια λέγοντας "Ε και; Εγώ θα σώσω τον κόσμο;"
Προσαρμόσου π@@@ρα να προσπερνάς το καλό και να μάθεις να ζεις μέσα από την απάτη και το ψέμα.
Και τότε ίσως απελευθερωθείς από το παιδί που κρύβεται μέσα σου, και σε τρελαίνει με τα αιώνια γιατί του. Τότε ίσως νιώσεις επιτέλους ελεύθερος γιατί έχεις καταφέρει κι έχεις νικήσει τον αιώνιο αντίπαλό σου. Τον ίδιο σου τον εαυτό.!!!

Θα κλείσω, παραθέτοντας τα λόγια του Αζίζ Νεσίν, με τον τίτλο..

"Σώπα, μη μιλάς!" (Αζίζ Νεσίν)
Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή,
κόψ' τη φωνή σου,
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός,
η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί,
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγαν:
«σώπα!».
Στο σχολείο μου κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσ...σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου,
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα!».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα!»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
και τα 'μαθα να σωπαίνουν,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική
και ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες, με συμβουλεύανε:
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα!»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το «Σώπα!».
«Σώπα!» ο ένας, «σώπα!» ο άλλος, «σώπα!» οι επάνω, «σώπα!» οι κάτω,
«σώπα!» όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
«Σώπα!» οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας...
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα!».
Και μαζευτήκαμε πολλοί,
μια πολιτεία ολόκληρη,
μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ εύκολα,
μόνο με το «Σώπα!».
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα»!
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απ' το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς!
Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:



Μ Ι Λ Α!

...Καφενείον η Ελλάς....


???????..... ΑΠΟΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΦΙΛΗΣ ΜΟΥ....?????
Την έπαθα πάλι την παράκρουση.

Χθες μεταλλάχτηκα σε δίμετρο γκομενάκι από την Σουηδία, χάρη στα ονειροπόλα σχέδια του πρωθυπουργού μας να κάνει την Ελλάδα Σουηδία των Βαλκανίων.
Όπως λέμε Bαλκανιζατέρ μ`αναμμένο μοτέρ,με τα φώτα και τα λάδια καμένα Βαλκανιζατέρ χωρίς αμορτισέρ, Ευρώπη-Βαλκάνια-Ελλάδα.
Σήμερα αισθάνομαι απόγονος του Αβραάμ.
Ναι ναι αγαπητοί μου είμαι μια μεταλλαγμένη πολίτης του κόσμου χωρίς πατρίδα.
Δεν φταίω εγώ το μάτι μου φταίει που πέφτει πάνω σε λέξεις και φράσεις που εξάπτουν την φαντασία και τον σαρκασμό μου.
Άρθρο: ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΕΛΛΑΣ. Το άρθρο είχε να κάνει με την είσοδο του ΔΝΤ στην ζωή μας είχε ύφος διαμαρτυρίας και καλούσε τον κόσμο ν`αντιδράσει. (Ξέρετε τώρα να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε τουλάχιστον τα σώβρακα, μια και τα υπόλοιπα μας τα πήραν)
Σχόλιο σ`αυτό το άρθρο: Κάποτε ρώτησαν τον Ραμπί Μεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, τι ξεχωρίζει ένα παιδί του Αβραάμ από τους άλλους ανθρώπους.
Κι αυτός απάντησε: "Τρία πράγματα του ταιριάζουν. Γονατίζει όρθιος, κραυγάζει άλαλος, χορεύει ακίνητος"
Λοιπόν έχουμε και λέμε:
1.Μπορεί κάποιος χριστιανός να μου δείξει πως μπορώ να γονατίσω όρθια?
Τόσο καιρό έχω ασχοληθεί με την γιόγκα και δεν το έχω καταφέρει.
Πάντα γονάτιζα όπως γονατίζει όλος ο κόσμος.
Ακόμη κι όταν γονάτιζε η ψυχή μου από τις δυσκολίες,το κορμί ακολουθούσε την ανάλογη διάθεση και πήγαινε καμπουριασμένο.
Κι όταν το αντιλαμβανόμουν έδινα την ανάλογη εντολή να ισιώσει με την φράση που έλεγε ένας γραφικός αλκοολικός στον εαυτό του.
"Ίσια το κορμί σου ψαροκασέλα"και φρούτς για λίγο το κορμί ίσιωνε.
2.Να κραυγάζω άλαλη...Καλέ που το παίζουν αυτό το ντοκιμαντέρ επιστημονικής φαντασίας να το δω;
Πάντως θα ήταν πολύ καλή άσκηση για μένα την γλωσσοκοπάνα, που γλώσσα δεν βάζω μέσα.
Που ν`ακούσετε και την τσιρίδα μου.
Το λεγε η γιαγιά μου."όποιος σε πάρει φως μου κι όποιος σ`ευλογηθεί,στου λουβιαρού το δέντρο να πάει να κρεμαστεί"
Τελικά δεν κρεμάστηκε, ξύπνιος ο μάγκας απλά με χώρισε.Κανένας καθηγητής να μου μάθει την άσκηση "κραυγάζω άλαλη" υπάρχει?
3.Τώρα στο καλύτερο...Θέλω οπωσδήποτε να χορεύω ακίνητη.
Μέχρι τώρα έσερνα το τσάμικο, το καλαματιανό, το κούνα λίγο το κορμί σου να πυρποληθώ, ο αγαπημένος χορός της κοιλιάς και του ξελογιάσματος των αρσενικών.
Πώς θα μπορέσω να τα κάνω όλα αυτά ακίνητη,αναρωτιέμαι.
Μήπως από το πολύ push-ups και "δώσε και πάρε και τι σου κάνω μάνα μου τώρα" του Γιωργάκη αρχίζουμε και το χάνουμε λιγάκι?
Μήπως έχουμε πάθει κρίση ταυτότητας και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται?
Μήπως έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε ότι εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε γέλασε?
Αν λοιπόν κάποιο διανοούμενοι προσπαθούν να με κάνουν να ξεχάσω τις ρίζες μου είναι βαθιά γελασμένοι.
Είμαι Ελληνίδα και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι γι αυτό και με ότι περικλείει ο όρος Έλληνας.
Είμαστε πρώτοι και τελευταίοι.
Είμαστε αθώοι,απατεώνες και γενναίοι.
Αριστοκράτες και φριχτοί μικρομεσαίοι,
ακροβάτες, προδότες και λαθραίοι.
Σουλιώτες , αδέσποτοι κι ωραίοι.
Πάντως όχι βάρβαροι όπως προσπαθούν μερικοί να μας πείσουν και ποτέ δεν θα γίνουμε.

Το ντεβελοπέ.......


Οδηγίες προς όλους τους απογοητευμένους
Έχεις ψυχοπλάκωμα; Περνάς κλιμακτήριο;
Θέλεις να πνίξεις τον άντρα ή την γυναίκα σου;
Σε παράτησε ο γκόμενος ή η γκόμενα;
Είσαι στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού;
Είσαι έτοιμος-μη να φουντάρεις;
Νιώθεις ότι δεν θα γίνει το "θαύμα Γιωργάκης", που ελπίζουμε όλοι για να βγούμε από την οικονομική κρίση;
Διάβασε τις φορολογικές δηλώσεις των γιατρών του Κολωνακίου.
Το θαύμα της Παναγιάς της φοροφαγιώτισσας προστατεύει όλους τους γιατρούς του Κολωνακίου.
Και τότε εναποθέτεις κι εσύ τις ελπίδες σου στην χάρη της, μήπως αποφύγεις την κρισάρα σου και το φούντο,όπως απέφυγαν κι αυτοί τόσα χρόνια την δαγκάνα της εφορίας.
Μετά προσηλώνεις την προσοχή σου κι ακούς τις οδηγίες της Μαρίας Ιωαννίδου για το ντεβελοπέ του ποδαριού.
Προσαρμόζεσαι με την εποχή κι όπως λένε,"Μάθε τέχνη κι άστηνε κι αν πεινάσεις πιάστηνε".
Το επάγγελμα του μέλλοντος.Στο τέλος σ`ένα σήκωμα του ντεβελοπέ θα καταλήξουμε όλοι ασχέτως φύλου,κατά πως πάει το πράγμα.
Γιατί αν δεν είναι σίδερο το ντεβελοπέ (γάμπα), δεν μπορεί να σηκωθεί.
Αυτή είναι οδηγία προς τις μελλοντικές κυρίες, Ντούβλη-Τζούλη-Τσούλι που το σήκωμα του ποδαριού, εναποθέτει και κάποιες χιλιάδες ευρώ κάτω από το στρώμα τους.
Λες κι ένα αμάρτησα για την εφορία μου, να δώσεις κι ένα νόημα στο σήκωμα του ντεβελοπέ βρε αδελφέ.
Αν όμως παρ`όλα αυτά δεν το σώνεις το πράγμα, κι είσαι έτοιμος να φουντάρεις πριν σε φουντάρει η εφορία, υπάρχει γραφείο κηδειών ο Θεοδόσης που κάνει δόσεις.
Αν τώρα θέλεις να κάνεις το επάγγελμα του μέλλοντος,το σήκωμα του ντεβελοπέ αλλά είσαι κάποιας ηλικίας, υπάρχει λύση.
Χρησιμοποιείς την κρέμα των Υπουργών που σε φρεσκάρει κι είσαι πάντα λαμπερή-ρός.
Την YPOURGO-YPOULOREAL.
Ειδική πατέντα για τον Υπουργό των Οικονομικών.
Να μην φαίνεται ντε κι η στεναχώρια που τραβάει, παίρνοντας τόσο σκληρά μέτρα κατά του λαού.
Ευγενικά παραχωρειθήσα σε όλους τους υποψήφιους-ες "σηκώνω το ντεβελοπέ μου κι όποιον πάρει ο χάρος".
Τώρα που το σκέφτομαι θα επανεξετάσω και το δικό μου ντεβελοπέ.
Να το γυμνάσω λίγο γιατί που ξέρετε;
Μπορεί ν`αμαρτήσω κι εγώ για την πατρίδα,συγγνώμη εφορία ήθελα να πω.
Μια και μιλάμε για Υπουργό Οικονομικών πας και μια βόλτα από το Υπουργείο του, να τον ευχαριστήσεις για την ευγενική χορηγία της κρέμας.
Να κόψεις και λίγη κίνηση, να κλαφτείς και λίγο, μπας και την γλυτώσεις την ψ..λιά.
Και τότε διαπιστώνεις με "έκπληξη" ότι εργάζονται 300 υπάλληλοι φαντάσματα,που παρουσιάζονται μόνο όταν είναι να πληρωθούν.
Κι αφού αρχίζεις να καταλαβαίνεις πόσο κότσο σε πιάσανε τόσο καιρό, οι εκάστοτε πολιτικάντηδες με τις υποσχέσεις και τα ψέματα, αρχίζεις ν`αυτοφασκελώνεσαι.
Κι αφού χορτάσεις αυτοφασκέλωμα και δεν βλέπεις φως στο σκοτάδι που σε έριξε η ψήφος σου,γεμάτος απογοήτευση κατευθύνεσαι στο γραφείο του Θεοδόση που κάνει δόσεις.

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Ο πειναλέων, η ανεργίτσα και η εξουσία

Καθώς, πουλέτε, με ξαναπήρε ο ύπνος, ενεθυμήθην του Μποστ και είδον την Eξουσίαν ντυμένην Ελλαδίτσαν να πλησιάζει τον Πειναλέοντα και την Ανεργίτσα λέγουσα:
- Αι μέραι είναι δύσκολαι και πονηραί συγχρόνως. Για να το ξαναπάρεις όλον / Πρέπει να στρώσεις κώλον! Λέγω τω όντι περί του επιδόματος, που περιέκοψα δια το καλόν σου, ω Πειναλέων τέκνον μου, που τόχες το μυελόν σου; Βρε Ανεργίτσα κόρη μου, κόρη της εξουσίας / εσύ που είσαι αδελφή της πτώχειας, της πενίας / πές του του Πειναλέοντα δια την οκνηρία, που είν΄ η μόνη πταίουσα δια την συγκυρία...
Μα την διέκοψε ποδηλάτης τις, ο οποίος αφιχθέντος και σταθέντος στη γωνιά, μόστραρε το μουστάκι του και έκανε σαρδάμ. Το δε του ποδηλάτου αριστερό πόδι είχε πιαστεί στην αλυσίδα και με κόπο έκανε πετάλι αλλά μόνο με το δεξί. Και είπεν ο ποδηλάτης:
- Ουπς και συγνώμην κι΄ έσφαλα! Μη μου προσάψεις δόλον / εκ λάθους μόνον δηλαδή / σας ξέσκισα τον κώλον. Η Μέρκελ πούναι Γερμανίς χαράτσι είπε να σας βάλω / όμως εγώ μεράκλωσα ... σας τόβαλα και τάλλο.
Τότε και μόνο τότε, ο Πειναλέων πούναι αγόρι τσίφτικο και καλοζωγραφισμένο, ταπήρε στο κρανίο. Κι΄ επειδή δεν τούχε μείνει ούτε σάλιο δια να πτύσει, αντίς να στρώσει κώλον, μπροστά στα μάτια της αδερφής του της Ανεργίτσας, πήδηξε την εξουσία - πουχε ντυθεί Ελλαδίτσα - άνευ σiέλου και παρά φύσιν. Καθώς δε, πισογλεντούσε, σιγοτραγουδούσε ...
- Η φουτάνα η ανεργία / μέρριξε στην ακολασία. - Και του πρωκτού σου η τέχνη / μέκανε καλλιιτέχνη. Ωωωωωπα!
- Το άζμα διέκοψε η Ανεργίτσα η οποία θεώρησε καθήκον της να χαστουκίσει τον Πειναλέοντα λέγουσα: "Ποιαν είπες φουτάνα ρεΕΕΕ!"
Κατόπιν, ο χαστουκισθής Πειναλέον, έριξε με τη σειρά του ένα σοσιαλιστικό χαστούκι στον πανελληνίως σοσιαλιστή ποδηλάτη με τον μύστακα, και επειδή είχε πάρει φόρα, τον πήδηξε και αυτόν άνευ σιέλου... και όταν ολοκλήρωσε, τον κοίταξε με τα λάγνα του τα μάτια και του είπε:
- Το βράδυ θα είμαι μετά του Αλφόνσου / του άνεργου νταλικέρη. - Φέρε εκ της βουλής συναδελφόν σου / χαρά μας να πηδήξουμε, ολάκερο τ΄ ασκέρι
Μετά ξύπνησα, ντύθηκα, πήγα στη δουλειά, γύρισα, ξεντύθηκα και ξανακοιμήθηκα. Πρίν όμως ξανακοιμηθώ, έφαγα, ήπχια καφέ και ένα ούζο με παγάκια, και είδα στις ειδήσεις τον Πειναλέοντα ντυμένο απεργό, και γυάλιζε το μάτι του... και προσπαθούσε να φτύσει μα δε τούχε μείνει σάλιο...
Μπορώ άρα να υποθέσω πως το πήδημα που θα φάνε μερικοί μερικοί θα είναι άνευ σιέλου και παραφύσιν.... μα θα το θέλει κι΄ο θεός!

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Ζωγραφίζοντας τη ζωή μου


Είπα να ζωγραφίσω τη ζωή μου. Κι απέμεινα να κοιτάζω μια λευκή κόλλα χαρτί. Κι έπειτα σκέφτηκα ότι το λευκό αντικατοπτρίζει την ελπίδα, την αθωότητα, έτσι όπως ακριβώς γεννιόμαστε... Μετά ξεκίνησα να βάφω ένα μέρος της γαλάζιο και ένα άλλο ροζ. Σαν την ζωή και τα όνειρα.
Μπήκαν και πινελιές κόκκινου, σαν τον θυμό, το πάθος, τον πόθο, τον πόνο. Δεν τις ζωγράφισα. Απλά τις άφησα να στάξουν από το πινέλο μου μονάχα. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματική ζωή... Αναπάντεχα γεγονότα που κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει γι’ αυτά, για το πώς θα νιώσεις, για το πόσο θα σε σημαδέψουν.
Βούτηξα γερά το πινέλο στο μαύρο και ζωγράφισα με μανία. Για όλα αυτά που με τράβηξαν βαθιά μέσα στο σκοτάδι, για κάθε σκέψη μου με έδεσε, με βάλτωσε, μου ρούφηξε το φως. Για κάθε άγρυπνη νύχτα που την έσπρωχνα με κόπο να ξημερώσει.
Έπειτα πρόσθεσα και λίγο χρυσαφί. Σαν τα όνειρα που κάναμε παιδιά. Τόσο λαμπερά και τόσο φωτεινά που θαρρούσαμε πως μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο.
Σκέφτηκα τι θα γίνει αν βουτήξω το πινέλο μου σε όλα τα χρώματα και ζωγραφίσω. Μα βγήκε γκρι... Σαν το μεταίχμιο που στεκόμαστε κάποια στιγμή, ηθελημένα ή όχι, και καλούμαστε να αποφασίσουμε ποιο δρόμο να πάρουμε, ελπίζοντας να διαλέξουμε τον σωστό.
Απομακρύνθηκα και κοίταξα την ζωγραφιά μου με τα μάτια ενός ξένου.
Και είδα πως είχα ζωγραφίσει μια γαλάζια λίμνη και πίσω της ένα βουνό την στιγμή που ξημέρωνε. Το χρυσό της ανατολής μπλεκόταν με το γαλάζιο της νύχτας και η λίμνη έπαιρνε αποχρώσεις ροζ που κατέληγαν σε βαθύ γκρίζο. Μπροστά της απλωνόταν ένα λιβάδι σπαρμένο κατακόκκινες παπαρούνες.
Κι εγώ στεκόμουν πάνω του, με το ένα πόδι μισοβυθισμένο στο νερό της, με τον ήλιο να φωτίζει σιγά-σιγά το πρόσωπό μου, αποκαλύπτοντας πόντο-πόντο τα χαρακτηριστικά που έκρυβε η νύχτα.
Και τότε κατάλαβα πως όλα τα χρώματα είμαι εγώ.

Μόνο εγώ αντιπαθώ τα politically correct;


Πρώτα απ’ όλα εύχομαι υγεία, ευτυχία και έναν καλό δεσμό σε όλους τους χρήστες του blog. Γιατί ο έρωτας είναι ωραίος έστω και αν πονάει μερικές φορές (ναι καμένος είμαι και εγώ). Πιστεύω ότι το να ακολουθεί κανείς το pollitically correct ή επί το ελληνικότερον το πολιτικώς ορθό, είναι φίμωση του αυθορμητισμού μας και της ελευθερίας σκέψης μας, καθώς και ότι μας σπρώχνει στην υποκρισία (να ξεκαθαρίσω άλλο να είσαι ευγενικός και άλλο πολιτικώς ορθός).
Το γράφω politically correct γιατί ο όρος είναι αμερικάνικος και γιατί οι αμερικανοί είναι χαζοί (δεν είναι παράξενο) και τα ψειρίζουν όλα, μα όλα. Δεν μπορείς να πεις μία λέξη παράξενη και θα σε παρεξηγήσουν αμέσως. Άσε που μπορεί να σου κάνουν μήνυση. Δεν λέει...
Γιατί (και εδώ θέλω τις απαντήσεις σας) να μην μπορώ να πω κάποιον Αλβανό και να πρέπει να τον πω Βορειοηπειρώτη (ενώ είναι Αλβανός, αλλά είναι light έκφραση, μιας που ο Αλβανός είναι πλέον συνώνυμο της βρισιάς). Ή αν πω "είδα ένα μαύρο που πουλάει CD" με τρώνε που δεν λέω Αφρικανός ή Αφροαμερικάνος. Μα πάνε καλά;
Γιατί να λέει ο Ιωαννίδης, ο πρώην προπονητής, ότι η τηλεόραση είναι γεμάτη gay ανθρώπους και αμέσως βγαίνουν όλοι και του την λένε επί 3 ημέρες; Μικρή είναι η Ελλάδα μας, λες και δεν είναι κοινώς γνωστό. Σε λίγο θα μας πούνε ότι κάποιος δεν τον παίρνει αλλά του τον ακουμπάνε λίγο. Ή αν λες ότι τους Φιλιππινέζους και τις Φιλιππινέζες τις έχουμε συνώνυμες με τις καμαριέρες και τις υπηρέτριες, τότε αμέσως σε λένε ρατσιστή. Ή εάν πω ότι ο Σκοτσέζος είναι συνυφασμένος με την τσιγκουνιά να με τρέχουν για εξύβριση;
Μια φορά επειδή ήμουν σε τάξη μέσα και μίλαγα σε κάτι φίλους για μια άλλη κούρσα που είχα πάρει λέω σε μία στιγμή «Και ο ταρίφας που με πήγε δεν ήξερε και έκανε κύκλους» και ο ταξιτζής θύμωσε επειδή χρησιμοποίησα τον όρο ταρίφας για τους ανθρώπους του κλάδου του. Τρελάθηκα. Υπάρχουν και πολλά πολλά άλλα. Όμως, όλοι μας δεν έχουμε μεγαλώσει με αυτά τα στερεότυπα; Δηλαδή μόνο εγώ είμαι φάουλ σε αυτή την περίπτωση;

Περί «μαλθακίας», πόνημα!


Υπάρχει μία Ελληνική λέξη, η οποία είναι παγκοσμίως διάσημη και ευρέως χρησιμοποιούμενη. Την λέξη αυτή την μαθαίνουν όλοι όσοι πέρασαν - έστω και για λίγο - από την χώρα μας. Την μαθαίνουν όμως και όσοι ασχολούνται με την Ελληνική κουλτούρα ασχέτως εάν έχουν πατήσει το πόδι τους σε αυτή την χώρα. Αρκεί να έχουν συνάψει σχέσεις με Έλληνες ναυτικούς, μετανάστες, ταξιδευτές κλπ.
Είναι μία λέξη μπαλαντέρ, και σαν μπαλαντέρ έχει πολλά νοήματα. Μπορεί να σημαίνει φίλος ή ανόητος ή σεξουαλικά πεινασμένος και κατά μία έννοια αυτόχειρας. Μπορεί να σημαίνει αποβλακωμένος λόγω αυτοχειρίας κλπ. Τα νοήματα όμως της λέξεως αυτής δεν προσδιορίζονται εύκολα. Ο γλωσσοπλάστης λαός της έχει αποδώσει μύριες όσες ιδιότητες, μέχρι και θεραπευτικές....
Εμείς, για λόγους ευπρέπειας και για να κάνουμε την χάρη σε όλους τους σιχαμένους τους συντηρητικούς, θα προσθέσουμε ένα θήτα σε αυτή την λέξη.
«Μαλθάκας» λοιπόν για εκείνους και «Μαλθάκω» για εκείνες...
Το θήτα που προσθέσαμε δεν είναι αυθαίρετο αλλά αρμοδίως αποδεκτό διότι η περί ου ο λόγος υπέροχη λέξη, έχει τις ρίζες της στην λέξη «μαλθακός».
Η λέξις μαλθακός στην αρχαία Ελλάδα σηματοδοτούσε τον ασκληραγώγητο, εκείνον που είχε διαφθαρεί από τις ανέσεις με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει ολίγον, …. Μαλθακός.
Στην σημερινή γλώσσα, ο μαλθακός έγινε «μαλθάκας» και του αποδόθηκαν οι σύγχρονες έννοιες, μέρος των οποίων θα αναλύσουμε προς χάριν του παρόντος πονήματος.
Ας δούμε λοιπόν τον τρόπο με τον οποίο ο σοφός λαός, δηλαδή εμείς, χρησιμοποιούμε την μαγική αυτή λέξη.
- Λέγοντας «Γεια σου ρε μαλθάκα» στην ουσία λέμε, «γεια σου ρε φίλε».
Ενδεχομένως όμως, να μας διαφεύγει το όνομα του εν λόγω «μαλθάκα». π.χ. «πως τον λέγανε αυτόν τον «μαλθάκα» που έχει το ψευδώνυμο απαράδεκτος;» Σε αυτή την περίπτωση αποκαλούμε τον μαλθάκα «μαλθάκα», με σκοπό να επιδείξουμε οικειότητα και να αποκρύψουμε το αλτσχάϊμερ.
- Λέγοντας «Αυτός είναι και πολύ μαλθάκας» εννοούμε ότι κάποιος είναι ανόητος. Κάνει δηλαδή «μαλθακίες». Την έννοια αυτή, την συναντάμε συχνά και σε διάφορες μορφές. π.χ. «άσε τις μαλθακίες», «όλο μαλθακίες κάνει ο ΠαπανδρέουΣαμαράς» κλπ
- Υπάρχει βέβαια και η έννοια του κορόιδου ή του εύπιστου ανθρώπου. π.χ. «πιάστηκα μαλθάκας», «μαλθάκας είμαι να πιστεύω τους δημοσιογράφους;», «όλοι οι πολιτικοί νομίζουν πως είμαστε μαλθάκες» κλπ.
- Μία όμως από τις πλέον ενδιαφέρουσες έννοιες είναι αυτή της συμπαθείας προς τον συνάνθρωπο. π.χ. «άστον αυτόν. Ένας φτωχο-μαλθάκας είναι»
- Επίσης μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την συγκεκριμένη λέξη για να εκφράσουμε θαυμασμό μιλώντας σε κάποιον φίλο. «Πω πω μαλθάκα μου! Τι γκολάρα ήταν αυτή!» Εδώ η λέξις «μαλθάκας» αντικαθιστά την λέξη «δικέ μου», που σημαίνει φίλε μου. Χάρις όμως στον θαυμασμό που εκφράζουμε μπορούμε τον «δικό μας» να τον αποκαλέσουμε «μαλθάκα μου», τονίζοντας έτσι την έννοια της «γκολάρας».
- Τέλος, υπάρχει και η ερωτική διάσταση της λέξεως, με την έννοια του «αυτόχειρα» ή «αυτοικανοποιούμενου» ή «αυτάρκη». Με άλλα λόγια του «ενδοπαλαμίως ψευδοσυνουσιαζόμενου» ανθρώπου. Αυτή η τελευταία διάσταση, έχει τιμηθεί από τον λαό με πολλές και διάφορες παροιμίες. π.χ. «Αν η .... ήταν εργόχειρο, θα έκανες την προίκα σου...» Η παροιμία αυτή είναι σκωπτική και περιφρονητική τόσο για την πράξη όσο και για τον «μαλθάκα». Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη. π.χ. «Αν πετύχει τύφλα να ΄χουν δυο .....». Σύμφωνα με αυτή την παροιμία, η πράξις ανάγεται σε ανώτατη ερωτική διεργασία, και ο «μαλθάκας» εμφανίζεται ως ερωτικά αυτάρκης.
Υπάρχουν και άλλες παροιμίες που δεν μας επιτρέπεται να τις αναπαραγάγουμε, όμως συνηγορούν στην άποψη ότι η «μαλθακία» αποτελεί τέχνη με ισχυρότατο λαϊκό έρεισμα.
Είναι πάντως γεγονός το ότι μερικές ελαφρόμυαλες μανάδες και γενικά κάποιοι αμόρφωτοι γονείς, οι οποίοι δεν διαβάζουν Cosmopolitan και άλλα επιστημονικά συγγράμματα, διέδωσαν λάθος πληροφορίες. Άρχισαν να λένε στα παιδιά τους ότι η «μαλθακία» κουφαίνει, χαζεύει, αποβλακώνει, τυφλώνει, και άλλα πολλά μυθεύματα. Τα παιδιά τους φοβήθηκαν μεν, αλλά συνέχισαν την προσφιλή τους απασχόληση και κάποια στιγμή μεγάλωσαν. Όταν μεγάλωσαν άρχισαν όπως όλοι οι μεγάλοι να κάνουν βλακείες, ανοησίες, σαχλαμάρες και γενικώς να στερούνται κοινής λογικής. Αναπόφευκτα, ήρθε η ώρα που αναρωτήθηκαν «γιατί άραγε κάνω ανοησίες;», και βρήκαν την πιο ανόητη απάντηση. Θυμήθηκαν τα λόγια της μάνας και του πατέρα και απέδωσαν όλη τους την κακομοιριά στην «μαλθακία». Έτσι, πείσθηκαν πως κάθε άνθρωπος ο οποίος έχει υπάρξει «μαλθάκας» στην νιότη του, γίνεται ανόητος στην ωριμότητά του. Το αποτέλεσμα ήταν ολέθριο. Δικαιολόγησαν όλους τους ανόητους του κόσμου και τους ανέχτηκαν. Του εαυτού τους συμπεριλαμβανομένου.
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι υπάρχουν πολλών ειδών «μαλθάκες». Υπάρχουν οι «φίλοι», οι «ανόητοι», οι «κακομοίρηδες» και οι «αυτοικανοποιούμενοι».
Νόμιζα πριν ξεκινήσω την επιστημονική έρευνα, αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτό πόνημα, ότι η μεγάλη μερίδα των «τοις πράγμασι μαλθάκων» ήταν οι «αυτοικανοποιούμενοι» μια και όλοι έχουν περάσει από αυτό το στάδιο. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πράγματι όλοι οι άνθρωποι που πέρασαν από τη γη έχουν κατά καιρούς υπάρξει «μαλθάκες» αυτού του είδους. Πολλοί όμως, δεν είναι πλέον. Αντίθετα όσοι έχουν υπάρξει «μαλθάκες» με την έννοια του ανοήτου, ουδέποτε το ξεπέρασαν. Η σημερινή «περιρρέουσα» ατμόσφαιρα, αποδεικνύει περίτρανα ότι η μεγάλη μερίδα των κατοίκων του πλανήτη αποτελείται από ανοήτους «μαλθάκες». Από ανθρώπους που κινούνται σε εκείνον τον χώρο όπου η κοινή λογική απουσιάζει και με τις ανόητες πράξεις τους φέρουν επαξίως τον τίτλο του «μαλθάκα».
Έτσι, το πόνημα αυτό φθάνει στο τέλος του άδοξα, μια και δεν αξίζει να ασχοληθούμε περαιτέρω με αυτή την συνομοταξία του homo malthakus anoitus.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

......Τι δεν θα ανεχτώ φέτος το καλοκαίρι.....


Το καλοκαιράκι μπήκε για τα καλά. Το θερμόμετρο έχει βαρέσει κόκκινο και μέσα στη ζαβλακωμάρα μου από τη ζέστη πήρα σημαντικές αποφάσεις γι’ αυτό το καλοκαίρι. Θα αντιδράσω. Θα επαναστατήσω. Δεν θα δεχτώ αυτό που μου σερβίρουν όπως το θέλουν και όταν το θέλουν. Πάμε να δούμε τη λίστα των πραγμάτων που δεν θα ανεχτώ...
1. Την πρεμούρα λόγω Δ.Ν.Τ.....
2. Τις κυτταρίτιδες που ασφυκτιούν σε μικροσκοπικά τάνγκα και στρίνγκ....
3. Τη μιζέρια από όπου και αν προέρχεται.....
4. Τα μάπα καρπούζια. Τα θέλουμε ζουμερά ρε μανάβηηηηηηη....
5. Την έλλειψη διακοπών....
6. Τις μπόμπες ποτά στα θερινά club....
7. Τους καραγκιόζηδες που εννοούν να κάνουν φιγούρα του νέου στερεοφωνικού στο αμάξι, ταράζοντας τον ύπνο μου βραδιάτικα....
8. Τα «καυτά» θέματα των δελτίων ειδήσεων....
9. Τα λιωμένα παγωτά....
10. Τα μεταγραφικά σενάρια στις αθλητικές εφημερίδες....
Υ.Γ.: 11. Τα στιγμιότυπα από τις διακοπές των πολιτικών

Τα ρεμάλια οι ΕΛΛΗΝΕΣ!


Ένας λαός απρόβλεπτος, που λατρεύει τον πρωινό ύπνο και το αραλίκι, αλλά έρχεται και δεύτερος σε εργατικότητα στον κόσμο (δες τι μαθαίνεις μαζί μου). Ένα έθνος καταχρεωμένο , με καταθέσεις όμως στην Ελβετία. Ένας λαός που πεινάει (θεωρητικά), αλλά το καλοκαίρι μένει στο πολυτελές ξενοδοχείο, στη διπλανή σουίτα με τον Άγγλο που έκανε οικονομίες όλον τον χρόνο για να έρθει διακοπές εδώ, που είναι καλά και φτηνά. Και του κλέβουμε και την γκόμενα και τον σπάμε στο ξύλο άμα ζητήσει τα ρέστα του, και τον στήνουμε και στο αεροδρόμιο μερικές μέρες για να εμπεδώσει τη δύναμη του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, που διεκδικεί περισσότερα λεφτά και λιγότερη δουλεία.
Η Ευρώπη θέλει την Ελλάδα στο ένα της παπούτσι αλλά το πιο πιθανό είναι να καταλήξει η ίδια να περπατάει ξυπόλητη. Ποιός άλλος λαός έβγαλε ποτέ άσμα, με ενδεικτικούς για την ψυχολογία της βαριεστιμάρας στίχους: Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι? Που αν το πεις αυτό σε Γερμανό θα πέσει κάτω λιπόθυμος και θα κάνεις ένα μικρό Παγκόσμιο για τον συνεφέρεις.
Τα ρεμάλια είναι παντοτινά κι εμείς χρόνια τώρα επιβιώνουμε ως έθνος χάρη στην τσαχπινιά και τη ρεμαλιά μας. Ο Έλληνας έχει την ψυχολογία του αμετανόητου ρεμαλιού γραμμένη στο DNA του (επιστροφές δεν γίνονται δεκτές).
Εγωιστές, καλοπερασάκηδες, ζεμανφουτίστες, τεμπέληδες (έχουμε και τις αρετές μας), άστατοι , απρόβλεπτοι, τσαμπουκάδες, αιώνια ανώριμοι. Και παρόλα αυτά γοητευτικοί (έναν καθρέπτη)! Μια χώρα φτωχή, που τα παίρνει από τους πλούσιους συγγενείς της, για να πληρώσει τα βερεσέδια στον μπακάλη και καταλήγει να τρώει στα μπουζούκια τους λογαριασμούς Δ.Ε.Η, Ο.Τ.Ε, και ΕΥΔΑΠ, για τα μάτια της απέναντι ξανθιάς…
Για αυτό ακριβώς εκνευρίζομαι με τους απέξω και με τους μέσα μερικές φορές όταν δεν δείχνουν το σέβας που έχουν υποχρέωση να εκφράζουν.
Γονυπετείς, δηλαδή, και με ταπεινότητα. Και δεν είναι ότι δεν μας γουστάρουν ή ότι δεν τους λέει η χώρα μας. Είναι το αιώνιο κόμπλεξ που θα νιώθουν πάντα οι χθεσινοί, γι' αυτούς που τους φωτίσανε.
Έτσι η Ελέν, ζωγράφος εκ Παρισίων, διαμένουσα εν Ελλάδι, πίνοντας την φραπεδιά της κάτω από τον ίσκιο της μουριάς στον Κήπο, ακουμπώντας τα ποδαράκια της σε δυο καρέκλες και τα χεράκια της σε άλλες δύο, έβριζε με τα σπαστά ελληνικά της την Ελλάδα και τους Έλληνες. Τα καμάκια, τους σερβιτόρους, τους ταξιτζήδες, τις συνήθειες μας, τον πρώην γκόμενο της και έχουν περάσει από τότε 10 χρόνια και ακόμη ζει και δουλεύει στην Ελλάδα. Στη χώρα της δεν θα τόλμαγε να απλώσει την ποδάρα της στη καρέκλα και τον καφέ της δεν θα τσακιζόντουσαν να της τον κεράσουν. Στη χώρα της ο Γάλλος είναι Γάλλος και ο Ξένος είναι Ξένος!
Όταν οι Ευρωπαίοι κοιμούνται κι ονειρεύονται τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην Ελλάδα, εμείς αναστενάζουμε πάνω σε τραπέζια , έχουμε κυκλοφοριακό στις 4 το ξημέρωμα στην παραλιακή, παρκάρουμε μες στη μέση της πλατείας για να πάρουμε εφημερίδες, πλακωνόμαστε στα φιλιά κι αν τύχει, όχι σπάνια, πλακωνόμαστε και στις σφαλιάρες μεταξύ μας.
Όλοι μας θέλουμε να γίνουμε πρωθυπουργοί, γιατί εκτός από τη δόξα θα βάζαμε και τάξη σ΄αυτόν τον τόπο κι όλοι μας έχουμε άποψη για όλα... Πουθενά στον κόσμο δεν βγαίνουν στους δρόμους οι «γαύροι» για να πανηγυρίσουν που έχασε ο ΠΑΟ και όλη η Ελλάδα να δακρύζει και να πανηγυρίζει στις πλατείες για την νίκη της Εθνικάρας .... Εκτός όλων αυτών των αρετών, πίνουμε, καπνίζουμε, τα φουγγάρα της Ευρώπης, βρίζουμε και ζούμε και παραπάνω από όλους τους Ευρωπαίους.
Θεοί; Θεοί !!!
Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σ΄όλο τον κόσμο, βρίσκεις από κάτω Ελληνάρα, ο οποίος διαπρέπει κιόλας στη χώρα που ξέπεσε. Δεν ξέρω αν φταίει το κύτταρο μας, αλλά αυτόν ακριβώς που διαπρέπει τον φθονούμε, σπανίως τον στηρίζουμε εκτός κι αν έχει γίνει μακαρίτης και συνήθως πριν διαπρέψει έξω, εδώ τον έχουμε πετροβολήσει. Στα μεγαλύτερα ινστιτούτα ερευνών, στα πανεπιστήμια, στα καζίνα, ακόμα και στις φυλακές, οι καλύτερες μούρες που κάνουν καριέρα είναι ελληνικές.
Γι΄ αυτό γουστάρω που είμαι Έλληνας, που λιάζομαι στο Αιγαίο, που κλαίω με τον Κώστα Κεντέρη, που γελάω με τον Χατζηχρήστο στον «Ηλία του 16ου», με την καφετζού Βασιλειάδου, που παθιάζομαι όταν ο Χαριστέας βάζει τις γκολάρες. Γουστάρω τις ΔΕΛΤΑ στις γειτονιές που εκτός από τοματάκι ΚΥΚΝΟΣ, ρίχνεις και μια πολιτική ανάλυση. Γουστάρω τα θερινά τα σινεμά, γουστάρω που έχουμε τα χιλιάδες μπαρ, κλαμπ, ταβέρνες, σουβλατζίδικα, γουστάρω που έχουμε ταξιτζήδες με πτυχίο αρχιτέκτονα, που ακόμα κουτσομπολεύουμε, που έχουμε τέλεια φέτα. Γουστάρω ούζα στο Πλωμάρι και τις ιπποδρομίες στη Αγία Παρασκευή της Λέσβου, τις μπαλοθιές στην Κρήτη, γουστάρω που στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρυσό κριάρια και στης Μαρία την ποδιά σφάζονται παλικάρια......
Γενικά, ΓΟΥΣΤΑΡΩ πολύ που είμαι Έλληνας.! Αχχχχχχχ δεν θα αλλάξουμε ΠΟΤΕ.....

Η εμπιστοσύνη απούσα στις μέρες μας


Η εμπιστοσύνη είναι η σταθερή πεποίθηση που έχουμε για την τιμιότητα κάποιου, πως δεν αθετεί π.χ. το λόγο του. Πως δεν μας απατά και δεν ψεύδεται, πως ο λόγος του έχει ισχύ και αντιπροσωπεύει τα πράγματα έτσι όπως αυτά είναι, ώστε να αφηνόμαστε με πεποίθηση, με πίστη στα λόγια του, σε ότι λέγει πως έκανε ή σε ότι υπόσχεται πως θα πράξει.
Η εμπιστοσύνη όμως δεν είναι κάτι που έρχεται άνωθεν. Δεν είναι κάτι που βρίσκεται έξω από εμάς, παρά μέσα μας, Είναι ένα αγαθό που πρέπει να το κατακτήσουμε, όπως όλα τα αγαθά Και η εμπιστοσύνη κατακτιέται τότε μόνο, όταν για όλα τα πράγματα μιλά κανένας έτσι όπως αυτά έχουν, έτσι όπως είναι, όταν λέει την αλήθεια, όταν την λέει ολόκληρη, όταν δεν παραλείπει τίποτε, όταν την λέει και δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.
Είναι μεγάλη ευτυχία να συναντάς στην ζωή σου ανθρώπους εμπιστοσύνης, πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο. Είναι ίσως μεγάλο τόλμημα να έχεις τυφλή εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, γιατί αυτοί μπορεί να σε απογοητεύσουν με την ασυνέπεια τους, την αστάθεια τους, την αδυναμία και το πάτημα του λόγου τους.
Αν κανένας σκεφτεί και αντικρίσει βαθιά το πρόβλημα της εμπιστοσύνης και τη σπουδαία σημασία του για την οικοδόμηση της ζωής μας μέσα στην κοινωνία, θα διαπιστώσει πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από αυτή την κοινωνική αρετή. Στον τόπο μας δυστυχώς αυτή η σπουδαία κοινωνική αρετή δεν είναι τόσο αναπτυγμένη, όσο πρέπει.
Η δυσπιστία δυστυχώς είναι απλωμένη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Οι αιτίες είναι πολλές: δοκιμάσαμε πολλές απογοητεύσεις και ψευδαισθήσεις. Παλιά και σύγχρονα βιώματα μας έκαναν όλους να τείνουμε προς την δυσπιστία. Η κρίση όμως αυτή προέρχεται μόνο από εξωτερικές αιτίες; Όχι βέβαια. Ο ίδιος ο άνθρωπος έχασε και την εμπιστοσύνη του προς τον ίδιο τον εαυτό, έγινε δύσπιστος προς εαυτόν γι' αυτό το λόγο δεν δείχνει και εμπιστοσύνη προς τους άλλους. Άραγε αν απολυτρωθεί από τον υπαρξιακό του φόβο θα μπορέσει να βρει την χαμένη εμπιστοσύνη του;

Κατηγορώ


Ψέματα. Ψέματα μας είπαν. Άλλα μας έταξαν, άλλα μας υποσχεθήκαν και άλλα είδαμε στην πορεία στον ψεύτικο κόσμο που για εμάς έκτισαν χωρίς να μας ρωτήσουν αν τον είχαμε οραματιστεί έτσι. Από μια γενιά όπου ήταν η πιο προνομιακή από αυτές που πέρασαν τους τελευταίους αιώνες. Σε αυτήν δώνανε την ραγδαία ανάπτυξη. Τεχνολογική; Φυσικά! Από τα γαϊδούρια που είχαν τους δώσανε κουτιά με πολλά άλογα και 4 ρόδες.
Από τις μικρές οικογενειακές βιοτεχνίες πέρασαν στις τεράστιες βιομηχανίες. Από το κερί τους δώσανε τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και την λάμπα πυρακτώσεως. Από την ξυλόσομπα τους δώσανε το καλοριφέρ και μετά το κλίμα. Τους δώσανε πολλά πράγματα που στην προηγούμενη γενιά από αυτούς ήταν πράγματα άγνωστα. Αλλά δεν τους δώσανε παιδεία. Εσκεμμένα; Κατά λαθος; Δεν ξέρω. Είμαι πολύ μικρός για να το πω με σιγουριά!
Ότι και να τους έδωσαν το κάνανε σκ@τά! Πήραν τα πάντα και τα ρουφήξανε με την μια! Χωρις ελεος! Λες και θα ήταν οι τελευταίοι του πιο ηλίθιου πλάσματος που πέρασε σε αυτό τον πλανήτη!!! Μας μόλυναν τον αέρα μας. Μας μόλυναν το νερό μας. Μας κατέστρεψαν τα δάση μας. Μας άλλαξαν όλο το περιβάλλον. Ρούφηξαν όλο τον φυσικό πλούτο για πάρτη τους χωρίς να σκέπτονται συνέπειες. Αλλά το χειρότερο που κινάνε είναι ότι κατέστρεψαν την νεολαία τους. ΕΜΑΣ!
Από πριν γεννηθούμε μας τάιζαν οι μανάδες μας ορμόνες και χημικές βιταμίνες. Με το που γεννηθήκαμε και μέχρι να πεθάνουμε μας καταδίκασαν σε μια διατροφή πλούσια σε λίπη και σε διάφορα χημικά που σε συνδυασμό με την καταστροφή του περιβάλλοντος μακροπρόθεσμα θα μας καταστρέψουν την υγεία. Καρκίνος, εγκεφαλικά επεισόδια, καρδιακά επεισόδια, ανεπάρκεια κάποιου ζωτικού μας οργάνου και πάει λέγοντας. Ψέματα;
Εσκεμμένα δε μας δώσανε παιδεία. Μόνο τα βασικά που θέλανε ώστε να μπορούμε να κάνουμε κάποια δουλειά ώστε να μπορέσουμε να επιζήσουμε. Η τράπεζα να είναι καλά!
Μας κάψανε το μυαλό. Κάθε λίγο και λιγάκι η τηλεόραση ρίχνει άλλη μόδα στην νεολαία για να κινείται η αγορά τους. Φυσικά και δεν υπάρχει λογική! Αλλά είπαμε! Από μικρά μας ρίξανε στην παραμύθα και σιγά σιγά ύπουλα μας κάψανε το μυαλό!
Διασκέδαση θεωρείται πλέον να είσαι όρθιος σε ένα κλειστό γεμάτο κάπνα μαγαζί με τσίτα μουσική ώστε να μην μπορείς να επικοινωνήσεις και να κρατάς ένα ποτό. Άλλοι τα λένε κλαμπ, άλλοι μπουζούκια, άλλοι ροκάδικα, άλλοι ρεμπετάδικα. Όπως σκ@τά και να τα λένε ο σκοπός είναι ένας!
Λιγούρια και ξέκωλα μαζεμένα εκεί μέσα με μόνο σκοπό να γ@μήσουν και να μαμηθούν. Ο τρόπος; Ένα τρέντι ρουχαλάκι λίγος χορός και μερικά σφηνάκια, Ξεφτίλα κοινώς.
Φυσικά αυτό μόνο Σάββατο και που και που Παρασκευή. Αν υπάρχει λίγος χρόνος και φυσικά χρήμα άντε και κανένα καφέ καθημερινές. Χωρίς νόημα φυσικά! Είπαμε σκοπός δεν είναι να σκεφτείς! Δε σε αφήνουν άλλωστε. Μας δώσανε σαρκικές απολαύσεις και συμβιβαστήκαμε. Ντροπή!
Και το χειρότερο είναι ότι και εμείς θα γίνουμε σαν την προηγούμενη γενιά με την διαφορά ότι οι απόγονοι μας δεν θα έχουν προλάβει ούτε αλάνες, ούτε δάσος, ούτε νερό χωρίς χλώριο και φυσικά ούτε καθαρό αέρα ώστε να δουν τι δεν έχουν. Εμείς λίγο πολύ τα προλάβαμε και οι πιο τυχεροί τα απολαμβάνουν ακόμα σε πολύ μικρότερη έκταση φυσικά.
Οι πιο πολλοί συμβιβαστήκαν από την πρώτη στιγμή και μπήκαν στο κοπάδι που το ρέμα τους πάει (κάποια στιγμή θα πνίγουν). Λίγοι πιστεύουμε ότι ήρθαμε σε λάθος τόπο και χρόνο. Το πόσο θα υπάρχουμε ακόμα; Μέχρι να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε! Μετά θα βουτήξουμε και εμείς στο ρέμα και μάνα μου ΔΕΝ είναι ψέμα!

.....Η μύγα.....


Μια μύγα στέκεται στο παράθυρο μου ή μάλλον καλύτερα στο παράθυρο της, αφού εγώ το έχω απαρνηθεί τον τελευταίο καιρό. Τώρα είναι στο βασίλειο της. Από εκεί στέκεται και κοιτάζει όλη την πλάση. Καθισμένη με μια νωχελική μακαριότητα βρίσκεται στο παράθυρο και αγναντεύει τον μικρόκοσμο της. Με τα πίσω πόδια της καθαρίζει μηχανικά τις φτερούγες της. Χα, χα!!! Να που τελικά και τα πιο βρωμερά πλάσματα προβαίνουν στην «αυτοκάθαρση» τους!
Βρίσκεται τόση ώρα καθισμένη πάνω στο τζάμι με τέτοια πρωτοφανή μακαριότητα, που δεν θυμίζει σε τίποτα τον αγχωμένο χαρακτήρα και ιδιοσυγκρασία μιας μύγας.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν την παρατηρώ εγώ ή αν τελικά με παρατηρεί εκείνη. Αν κρίνω από το συνεχές πέταγμα της γύρω μου και την επιμονή της να περιφέρεται γύρω από το κεφάλι μου, θαρρώ πως συμβαίνει το δεύτερο. Φαίνεται πως της προκαλώ τρομερή περιέργεια. Άσε που σαν χαρακτήρες αλλά και σαν προσωπικότητες, είμαστε τελείως διαφορετικοί.
Εκείνη έχει αφιερωθεί στο βασίλειο της βρωμιάς και εγώ σ’ αυτό της καθαριότητας. Βέβαια το κατά πόσο οι άνθρωποι είναι πιο «καθαροί» και πιο «διαφανείς» από τις μύγες, σηκώνει κουβέντα. Τόσο μεγάλη που στο τέλος μπορεί να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως οι μύγες είναι πιο ειλικρινείς και αληθινές από τους ανθρώπους στον τρόπο έκφρασης και στον τρόπο ζωής τους. Στο κάτω - κάτω μια μύγα τρέφεται από τη βρωμιά, και παράγει άλλο τόσο τέτοια.
Δεν απαρνείται τη φύση της. Ενώ ο άνθρωπος απαιτεί από τους γύρω του το «αμόλυντο» των συναισθημάτων, των πράξεων και των ιδεών, την ίδια στιγμή όμως, που εκείνος παράγει επίσης βρωμιά! Αυτό είναι κατόρθωμα! Πραγματική επανάσταση και δυσαρμονία στη φυσική ροπή μας σαν υπάρξεις. Εν τούτοις είναι τρομερά δύσκολο να «κατορθώσεις» (γιατί περί κατορθώματος πρόκειται) να εναντιωθείς στη φύση σου.
Και μετά σου λένε ότι σιχαινόμαστε τις μύγες!!! Αυτές τελικά όπως πάει η ιστορία, μπορεί να είναι και πρόγονοί μας! Εμείς απλά μεταλλαχτήκαμε και καταφέραμε να αλλάξουμε την εξωτερική μας εμφάνιση και τους τρόπους συμπεριφοράς μας.
Όμως τελικά το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Σε ότι σκ@τά μας σερβίρουν εμείς τρέχουμε να δοκιμάσουμε. Με όση λαιμαργία διαθέτουμε, βουτάμε στα σκ@τά και με περίσσια απληστία τρώμε μέχρι να φουσκώσουν οι σάπιες κοιλιές μας με τεχνητές ανάγκες και καταναλωτικά κόπρανα.
Βέβαια το σκ@τό κυριαρχεί παντού στις σχέσεις μας, στις δουλειές μας, στην αισθητική μας, στον τρόπο έκφρασης μας, στα γούστα μας κ.τ.λ. Μα αυτοί που φρόντισαν να μας πνίξουν ως το λαιμό με τις ακαθαρσίες τους, φρόντισαν πρώτα να ποτίσουν την ατμόσφαιρα με άρωμα λουλουδιών, για να μην φτάνει η μπόχα τους στα ρουθούνια μας. Έτσι αν ρωτήσεις κάποιους ανυποψίαστους συνανθρώπους μας, μπορεί να σου πουν κιόλας ότι ζούνε σε λιβάδι ξέχειλο από λουλούδια. Τόσο πολύ έχει καμουφλαριστεί η δυσωδία που μας πνίγει απ’ άκρη σε άκρη. Κι αν ο κακόμοιρος τύχει να γεννηθείς με όχι και τόσο ανεπτυγμένη την αίσθηση της όσφρησης, τότε άστα να πάνε καλύτερα! Θα σε έχει πνίξει η μπόχα και εσύ θα νομίζεις ότι σ’ έχουν στολίσει με τόνους άνθη.
Τώρα ίσως κάποιοι πούνε: « Και σένα ρε φίλε τι σε νοιάζει»; Έλα μου ντε!!! Δεν μπορούσα να γεννηθώ κι εγώ με αδύνατη όσφρηση; Είναι ανάγκη να τρώω τα σκ@τά των άλλων συνέχεια στη μάπα; Το θέμα είναι ότι καλώς ή κακώς έτσι γεννήθηκα και θα προσπαθήσω, με όλες μου τις δυνάμεις, να γίνω ευκάλυπτος που θα ανοίξω όσες περισσότερες μύτες (και καρδιές) μπορέσω.
Ίσως μια μέρα αφυπνιστούμε όλοι και τότε αφήσουμε διάχυτο στην ατμόσφαιρα το δικό μας άρωμα, διαλύοντας μια για πάντα αυτή τη δυσοσμία που τόσο ύπουλα μας μαραζώνει.
«Δεν είμαι εγώ αυτός που θα φέρει το φως.
Είμαι όμως εκείνος που θα θυμίζει πάντα πως,
Πρέπει να παλέψουμε για να μπορέσουμε
να διατηρηθούμε ΑΝΘΡΩΠΟΙ»

Η παρακμή των προτύπων


Τι ισχύει στη σημερινή μας κοινωνία; Τί πρότυπα μπορούν να ακολουθήσουν τα παιδιά μας; (σας για την ακρίβεια γιατί εγώ δεν έχω αλλά για πρακτικούς λόγους θα αναφέρομαι σε α' πληθ.). Γιατί είτε το θέλουμε, είτε όχι, τα πρότυπα είναι απαραίτητα. Όταν ξεκινάμε μία πορεία κάπου θέλουμε να φτάσουμε. Η εξέλιξη χρειάζεται ένα μοντέλο ένα (αριστοτελικό) "τέλος". Εκτός βέβαια, αν δεν πρόκειται για κίνηση, αλλά για σημειωτόν επί τόπου.
Στα χρόνια την νιότης μας θαυμάζαμε ανθρώπους. Σήμερα όμως, το αίσθημα αυτό μας είναι άγνωστο. Άλλωστε, κι αν κάποιος είναι άξιος για θαυμασμό, οι κουτσομπολίστικες εφημερίδες αναλαμβάνουν να τον απομυθοποιήσουν αμέσως. Τον σκεπάζουν αμέσως με λάσπη από την κορυφή μέχρι τα νύχια - και μετά άντε να τον θαυμάσεις!
Το ίδιο σκέφτομαι τον τελευταίο καιρό και για τους αστικούς "καλούς" τρόπους. Ξέρω πως ήταν ψεύτικοι, πως βασίζονταν σε μία σύμβαση. Αλλά κουράστηκα πια να με στριμώχνουν, να με τσαλαπατάνε, να με "κόβουνε" στα δύο. Και αναφωνώ: ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΨΕΥΤΙΚΟΙ ΚΑΛΟΙ ΤΡΟΠΟΙ, ΠΑΡΑ ΚΑΘΟΛΟΥ ΤΡΟΠΟΙ!!!
Ναι, χωρίς πρότυπα δεν πάμε πουθενά, δεν πάμε μπροστά. Δεν υπάρχει η "τελική αιτία", το κίνητρο που μας οδηγεί. Παραμένουμε στο τέλμα και στο "καλά είμαι εδώ". Ιδανικό για μας: το αραλίκι και η λούφα.
Όμως ποιούς ζηλεύει ο Έλληνας; Σε ποιών τη θέση θα ήθελε να είναι; Ποιούς φανερά ή κρυφά θαυμάζει; Σίγουρα θέλει τον πλούτο -αλλά τα ΕΤΟΙΜΑ λεφτά. Να τα κληρονομήσει-όχι να τα φτιάξει.
Γι' αυτό όταν επιθυμούν το χρήμα, πρότυπο δεν είναι πια ο επιχειρηματίας, αλλά ο κομπιναδόρος κου πλουτίζει γρήγορα και άκοπα. Όταν σκέπτονται αξίωμα, πρότυπο είναι ο δημόσιος υπάλληλος που προάγεται αυτόματα.

Όταν κλείνει η τηλεόραση αρχίζει η ζωή


Σκέφτηκα σήμερα να γράψω κάποιες σκέψεις περί του αντικειμένου που με ταΐζει τα τελευταία χρόνια. Θα σας παρακαλέσω να μην κρίνετε αυστηρά τον συγγραφέα και προς Θεού, μην το στείλετε στο MEGA. Είναι αλήθεια πως όταν κλείνει η τηλεόραση αρχίζει η ζωή. Αλλά αν είχατε να επιλέξετε μεταξύ του να είστε η Ρούλα η άσχημη και το αφεντικό να σας έχει στο κλάσιμο και του να είστε η Μαρία η άσχημη και το αφεντικό να είναι ερωτευμένο μαζί σας, τι θα διαλέγατε;
Ξεκινώ με ένα σύνθημα:
«Λευτεριά στους συναγωνιστές φυλακισμένους τηλεθεατές».
Θα ήθελα να γνωρίσω τον εφευρέτη της τηλεόρασης. Κάτι μου λέει ότι είναι το ίδιο άτομο με τον εφευρέτη της κλειδαρότρυπας.
Η τηλεόραση επιτρέπει σε χιλιάδες ανθρώπους να γελάσουν ταυτόχρονα με το ίδιο αστείο και μετά να παραμένουν μόνοι.
Είναι γεγονός, ότι η βία της τηλεόρασης παράγει βία στους δρόμους. Γιατί όμως η κωμωδία στην τηλεόραση δεν παράγει κωμωδία στους δρόμους;
Η μίμιση είναι η ειλικρινέστερη μορφή τηλεόρασης.
Η τηλεόραση είναι πασατέμπος για τα μάτια.
Η τηλεόραση κατάφερε να φέρει το φόνο στο σαλόνι μας. Χωρίς να λερώνει τα χαλιά μας.
Η τηλεόραση στο σπίτι είναι σαν να συγκατοικείς με έναν κωφάλαλο. Σου μιλάει χωρίς να μπορείς να της απαντήσεις. Της μιλάς αλλά δεν σε ακούει.
Το να ισχυριστεί κάποιος ότι «κάνει καλή τηλεόραση» είναι σαν να ισχυριστεί ένας ευνούχος ότι κάνει καλό κρεβάτι.
Η δωρεάν τηλεόραση είναι σαν μία φουτάνα που το κάνει τσάμπα. Αλλά χωρίς προφυλακτικό.
Κάποτε οι ακραίες ιδεολογίες έκαιγαν βιβλία. Τώρα οι ακραίες ιδεολογίες βγαίνουν στην τηλεόραση να μας πούνε τα μυστικά του… προσανάμματος.
Γιατί ενώ στην τηλεόραση δεν βρίζουνε ποτέ, λένε συνέχεια πράγματα που μας κάνουν να βρίζουμε από το σπίτι μας;
Ο τηλεκανιβαλισμός είναι τέχνη. Τρως Ζαχόπουλο και χιέζεις Πασχάλη.
Την αλήθεια της τηλεόρασης την καταλαβαίνεις στις διαφημίσεις. Νοικοκυρά με εμφάνιση Βίκυ Καγιά, χαμογελάει ευτυχισμένη καθώς βάζει μπουγάδα.
Φανατικός τηλεθεατής είναι αυτός που κάθεται στον καναπέ του και βλέπει αυτό που δεν γίνεται να αγγίξει, αγγίζοντας αυτό που δεν βλέπει πια από το πολύ καθισιό.

Τρέχεις και δε φτάνεις


Τρέχεις και δε φτάνεις. Και όταν φτάνεις έχεις όντως φτάσει ή συνεχίζεις; H ζωή κινείται σε τόσο γρήγορους ρυθμούς που αρχίζεις από ένα σημείο και ξεχνάς πράγματα και πιο ουσιαστικά ακόμα. Φίλους, συνήθειες , ενδιαφέροντα. Και ο χρόνος απλά κυλάει.
Και εσύ κυλάς μαζί του χωρίς να το καταλαβαίνεις. Απλά κάποιες στιγμές αναρωτιέμαι τελικά γιατί τρέχουμε; Τι μας κυνηγάει; Γιατί χάνουμε ουσιαστικά πράγματα από τη ζωή μας για να κάνουμε άλλα που είναι περιττά; Και ο χρόνος απλά εξακολουθεί να κυλάει. Δε μπορεί να σταματήσει.
Ναι πολλές φορές έχω ευχηθεί να σταματήσει σε κάποιες στιγμές που είναι χαραγμένες στο μυαλό μου, και άλλες φορές έχω ευχηθεί να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορεί για να προσπεράσει τις δυσάρεστες. Αλλά τελικά τίποτα από τα δύο δε γίνεται. Και ο χρόνος απλά κυλάει. Έτσι όπως κυλάει πάντα για όλους. Δεν κάνει διακρίσεις. Αν έκανε πάλι δε θα ήμασταν ευχαριστημένοι. Δεν ξέρω. Τουλάχιστον αν ο χρόνος δε μπορεί να αλλάξει την πορεία του, πρέπει εμείς να αλλάξουμε αυτά που τον γεμίζουν.
Ας κυλάει λοιπόν αλλά ας κυλάει όπως εμείς θέλουμε να κυλάει. Να έχει διακυμάνσεις, να έχει ενδιαφέρον και να είναι τόσο ουσιαστικά γεμάτος, που να μπορείς να πεις κάποια στιγμή ότι ναι ΤΩΡΑ ΕΦΤΑΣΑ κι ας μην έχεις φτάσει για τους άλλους.

Ας σκεφτούμε και λίγο


Αναρωτιόμαστε για τις σχέσεις των ανθρώπων και για το νόημα της ζωής!!! Αναρωτιόμαστε... αναρωτιόμαστε... τι κάνουμε; Σε μία εποχή της τυπικότητας και των υποχρεώσεων, σε μία εποχή που όλα μοιάζουν εύκολα, διαπιστώνουμε κάτι σκληρό αλλά συγχρόνως και απλό! Πως όλα είναι πιο δύσκολα...
Ζούμε έτσι χωρίς να συνειδητοποιούμε τι γίνεται, χωρίς να σκεφτόμαστε βαθιά τα όλα όσα συμβαίνουν αλλά μένοντας στην επιφάνεια!! Ας πάρουμε το πιο απλό παράδειγμα… υπάρχει κάποια παρέα ρε φίλε η τουλάχιστον κάποια άτομα που περνάνε κάποιες ώρες μαζί, ωραία; Και τι γίνεται; Ένα άτομο απ' τη παρέα σταματάει να πηγαίνει... κόβει επαφές... καλώς η κακώς έτσι νιώθει στη συγκεκριμένη φάση της ζωής του. Θα αναρωτηθεί κανείς αν το άτομο αυτό πληγώθηκε, αν κάτι δε πάει καλά ή απλά θα πούνε «ο τάδε μας σνομπάρει γι' αυτό έχει κόψει»;; Μάλλον το τελευταίο... και πάλι μένουν οι περισσότεροι στην επιφάνεια.
Και κάτι άλλο και πιο σημαντικό... Γιατί άτομα στα οποία έχεις εμπιστευτεί τις πιο προσωπικές σου εμπειρίες, όταν συναντάς τα δύσκολα φεύγουν; Τίποτα βέβαια δεν είναι απόλυτο, τις περισσότερες όμως φορές αυτό γίνεται!! Όλοι είναι κοντά σου όταν είσαι ο πλακατζής, ο καταφερτζής, ο... ο... ο...!!! Όταν δεν είσαι τίποτα από αυτά; Όταν μόνο περνάς μια δύσκολη φάση απαισιοδοξίας τότε όλοι πάπαλα... την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια!!! Πολύ ελαφρά όμως... Και για στάσου δηλαδή, αυτό είναι οι σχέσεις των ανθρώπων τελικά; ΞΕΦΤΙΛΑ τα έχουμε κάνει!
Μπορούμε να χαιρόμαστε την κάθε στιγμή... το κάθε λεπτό. Μπορούμε να χαιρόμαστε ακόμα και τη στενοχώρια μας (όχι, όχι δεν είναι τραγική ειρωνεία) γιατί απλά νιώθουμε πράγματα... γιατί απλά ρίχνουμε το ζάρι της ζωής...
Πιστεύω πως μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα όταν είμαστε υγιείς αρκεί να το θελήσουμε και προπαντός να το πιστέψουμε. Κι όταν λέω τα πάντα, εννοώ εμπειρίες που θα διαμορφώσουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Και οι εμπειρίες αυτές είναι οι σχέσεις μεταξύ μας, σχέσεις με τις οποίες θα ταξιδέψουμε... θα χαμογελάσουμε... θα πονέσουμε....θα νευριάσουμε, αλλά θα είναι όλες σχέσεις.
Το να σκεφτούμε πιο βαθιά και να ξεφύγουμε από τις σχέσεις που στηρίζονται σε ένα κινητό τηλέφωνο και σε έναν καφέ, ξέρω πως δεν είναι εύκολο για όλους. Η τραγική ειρωνεία κάποιων που πιστεύουν πως δεν έπρεπε να γεννηθούν αυτή την εποχή, αλλά το μόνο που κάνουν είναι να έχουν σχέσεις των μηνυμάτων του καφέ μία φορά το μήνα. Δεν έχει νόημα να πονάς για κάποιες καταστάσεις και το μόνο που κάνεις να είναι η αδράνεια. Επαναστάτησε... μπορείς; Νίκησε την απαισιοδοξία που σε πίανει τις δύσκολες στιγμές, αλλιώς θα είσαι άδικος όταν χαρακτηρίζεις τους γύρω σου μίζερους και τυπικούς. Τα φωνάζω κάθε μέρα σ' εμένα, τα φωνάζω και τώρα... σε όλους εσάς!!!

Κατά τα άλλα φταίνε οι υπόλοιποι


Υπάρχουν φορές που αναρωτιόμαστε γιατί δεν έρχονται τα πράγματα όπως επιθυμούμε και όπως τα σχεδιάζουμε. Αρκετά συχνά, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση του ηθικού και της καλής διάθεσης. Αναρωτιόμαστε λοιπόν γιατί συμβαίνει πάντα σε μας και τι είναι αυτό που κάνουμε λάθος. Ανακαλούμε τα πράξεις μας βήμα προς βήμα και συχνά εξακολουθούμε να μην είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε την πηγή τους σφάλματος.
Λοιπόν είναι γεγονός πως δεν ευθυνόμαστε πάντα οι ίδιοι. Έτσι, έφτασε πια η ώρα να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους. Δε φταίμε εμείς, αλλά οι άλλοι. Ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Αυτό θα το αναλύσω παρακάτω.
Στην απόπειρα μου αυτή, αποφάσισα να χωρίσω τους υπαίτιους στις παρακάτω έξι κατηγορίες:

ΟΙ ΒΑΡΙΕΣΤΗΜΕΝΟΙ
Είναι η κατηγορία των ανθρώπων που στην αδιάκοπη προσπάθεια να διασκεδάσουν την ανία τους αναφέρουν τη λέξη «βαριέμαι» με την παραμικρή ευκαιρία που θα τους παρουσιαστεί, χωρίς φυσικά να αναλογίζονται την αδιαφορία των τριγύρω και την ενόχληση που προκαλούν.
Η έλλειψη μερικής ή ολικής ενασχόλησης είναι ο κοινός λόγος που προκαλεί την αρκετά ενοχλητική αυτή συνηθεία. Είναι συχνά άνθρωποι νεαρής ηλικίας οι όποιοι κατατάσσονται είτε στις κατηγορίες των αργόσχολων, είτε των μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Φυσικά, κάτι προφανώς άγνωστο σε εκείνους είναι το γεγονός πως αν είχαν την παραμικρή διάθεση να εξαλείψουν την νόσο της φυγοπονίας θα μπορούσαν κάλλιστα να διαλέξουν το μονοπάτι της άθλησης ή κάποιας προσφιλούς ενασχόλησης προκειμένου η... βαριεστιμάρα να αποτελεί πλέον είδος πολυτελείας .
Αγαπημένη ατάκα «Βαριέμαι»

ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ
Δεν είναι άλλοι από εκείνους που σε κάθε ευκαιρία θα προσβάλουν το συνομιλητή τους διακόπτοντας τον, προκειμένου να διατυπώσουν την ανωτερότητα τους σε θέματα γενικής γνώσης (και όχι μόνο).
Η παντελής έλλειψη καλών τρόπων και τακτ δυστυχώς δεν τους προσφέρει τη δυνατότητα να βρίσκονται σε θέση να αναγνωρίσουν τη διάφορα μεταξύ των φράσεων «Συγγνώμη αλλά θα διαφωνήσω» και «Δε ξέρεις τι λες».
Επίσης η δυσανάλογη λεκτική επιθετικότητα είναι ένας ακόμα παράγοντας που δυστυχώς ενισχύει την αρνητική τους στάση.
Αγαπημένη ατάκα «Δε ξέρεις εσύ, εμένα να ακούς που τα ξέρω καλυτέρα»

ΟΙ ΔΙΚΤΥΩΜΕΝΟΙ
Μακρινοί εξάδελφοι των Εμπειρογνωμόνων. Είναι εκείνοι που πάντοτε γνωρίζουν προσωπικά κάποιον που ξέρει από πρώτο χέρι τη διαφορετική πλευρά των γεγονότων / περιστάσεων.
Συνήθως θα προσπαθήσουν να παρουσιάσουν το άσπρο ως μαύρο χωρίς βάσιμες εξηγήσεις και θα επιχειρήσουν να περάσουν τις απόψεις τους εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη διάθεσης διαπληκτισμού στις τάξεις των υπολοίπων.
Σε περίπτωση δε που κάποιος διαφωνήσει, το μη αληθές παράδειγμα κάποιου κοντινού συγγενή που κατόρθωσε το ακατόρθωτο δεν αφήνει πλέον περιθώρια πολιτισμένης διαφωνίας.
Αγαπημένη ατάκα «Έχω άνθρωπο μέσα στο Πεντάγωνο και την Άνοιξη πάμε για πόλεμο»

ΟΙ ΑΓΑΘΟΙ
Αναμφίβολα οι αθλιότεροι όλων. Συχνά ανήκουν και στην κατηγορία των βαριεστημένων χωρίς φυσικά να παύουν να είναι εξίσου ενοχλητικοί. Αγνοώντας πλήρως της παγκόσμιες κοινωνικό-οικονομικες συγκυρίες είναι ικανοί να εκνευρίσουν και τους ψυχραιμότερους με τους ανούσιους προβληματισμούς που διατυπώνουν.
Μερικές από τις απορίες τους είναι «Γιατί υπάρχουν πόλεμοι», «Γιατί υπάρχει δυστυχία», και «Γιατί δε δίνουν οι πλούσιοι στους φτωχούς». Συνήθως ευθύνεται για αυτό η υπέρμετρη γονική παροχή και προστασία, ενώ η παραμικρή προσπάθεια ανάλυσης του οικονομικού μοντέλου είναι καταδικασμένη να παραμείνει άκαρπη.
Τέλος, οι Αγαθοί αποτελούν και το target group των πολιτικών που ανήκουν σε μικρούς κομματικούς συνδυασμούς, για ευνόητους λογούς.
Αγαπημένη ατάκα «Γιατί δε φτιάχνει το κράτος περισσότερα νοσοκομεία;»

ΟΙ ΑΣΕΒΕΙΣ
Ίσως η χειρότερη κατηγορία. Άνθρωποι που από κάποια χρονική στιγμή και μετά, έχασαν την παραμικρή διάθεση να είναι ευγενικοί προς τους τριγύρω. Παραμένουν αδιάφοροι για τα συναισθήματα των συνάνθρωπων τους και η παραμικρή προσπάθεια εκλογίκευσης τους οδηγεί σε αψιμαχίες.
Είναι συνήθως εκείνοι που θα παρκάρουν στην είσοδο ενός γκαράζ, εκείνοι που θα συζητούν φωναχτά κατά τη διάρκεια μιας κινηματογραφικής παράστασης, εκείνοι που δεν περιμένουν στη σειρά τους, εκείνοι που φύσουν τη μύτη τους δυνατά στο τραπέζι. Η λίστα δεν έχει τέλος...
Αγαπημένη ατάκα «Αν σε ενοχλεί ο καπνός μου να πας άλλου»

ΟΙ ΑΡΝΗΤΙΚΟΙ
Η τελευταία κατηγορία έχει να κάνει με την έλλειψη θετικού τρόπου σκέψης. Αρκετά συχνά είναι άνθρωποι που γνώρισαν οι ίδιοι την απόρριψη και που προσπαθούν να μειώσουν τους υπόλοιπους προκειμένου να νιώσουν κάπως καλυτέρα.
Δε θα κάνουν ποτέ κάποιο θετικό σχόλιο για μια ευπαρουσίαστη κοπέλα, κάποιον ταλαντούχο ποδοσφαιριστή, κάποιον εργατικό συνάδελφο. Είτε στην προσωπική τους ζωή, είτε στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο θα παραμείνουν αρνητικοί σε όλα. Καταδικασμένοι οι ίδιοι, καταδικασμένοι και εκείνοι που ανήκουν στο κλειστό τους κύκλο.
Αγαπημένη ατάκα «Εντάξει, καλή είναι αλλά δε λέει και τίποτα σπουδαίο»

Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα αναγνωρίζουν τις παραπάνω κατηγορίες σε γνωστούς, συγγενείς, φιλικά πρόσωπα, ακόμα και στα "αγαπητά" πρόσωπα. Μπορεί το κοινό στοιχειό των παραπάνω να είναι το γεγονός πως δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξουν, δεν παύουν όμως να αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας.
Αγαπά το φίλο σου με τα ελαττώματα του σου λένε, και καλά κάνουν. Χώνεψέ το ή απλά ξέκοψέ τους. Εσύ αποφασίζεις. Σε καμιά όμως περίπτωση μην προσπαθήσεις να τους διορθώσεις. Δε θα συμβεί ποτέ.