Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Γκρίνια, η ελληνοπρεπής

Η γκρίνια είναι μία καθ’ όλα νεοελληνική αρετή. Και φυσικά σε μία χώρα ότι να ‘ναι σαν τη σύγχρονη Ελλάδα, δεν είναι άξιο απορίας που η συγκεκριμένη «αρετή» είναι διάχυτη παντού. Το πρόβλημα όμως, δεν είναι τόσο η ύπαρξη της γκρίνιας, όσο ο τρόπος που χρησιμοποιείται. Διότι, ακόμα και η γκρίνια σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να αποβεί εποικοδομητική, εφόσον μαθαίνουμε από αυτή και προχωράμε παρά πέρα.

Όταν η γκρίνια βαλτώνει, δηλαδή επαναλαμβάνεται συνεχώς, χωρίς συγκεκριμένο στόχο ή λόγο, και γίνεται μέρος του καθημερινού διαλόγου μας, τότε οδηγούμαστε στη μιζέρια. Και όταν κατασταλάξουμε στη μιζέρια, τότε αντί για έργο παράγουμε απλά... περισσότερη μιζέρια.

Το ελληνάκι, πιστό στις απόψεις του για ένα γενικότερο ξεκόλλημα από Ελληναρίστικες πρακτικές, παραθέτει μία λίστα από κλισέ φράσεις - συμπτώματα που ενδεχομένως να σηματοδοτούν την ύπαρξη του μικροβίου της γκρίνιας στον εγκέφαλο του ομιλούντος, ώστε αυτό να εντοπίζεται εύκολα. Με αυτό τον τρόπο, προσέχουμε προκειμένου να μην αναμασάμε το ίδιο μικρόβιο και το διαδώσουμε στον υπόλοιπο ανύποπτο κόσμο. Ταυτόχρονα, παρατίθεται και μία σειρά από επεξηγήσεις που πρέπει να έχουμε κατά νου, προκειμένου ο εγκέφαλος να μπει ξανά άμεσα σε λειτουργία και να μην βρεθεί ανυπεράσπιστος μπροστά στη σαρωτική λύσσα του μικροβίου.

1) «Όλοι οι βουλευτές είναι αλήτες, κλέφτες, και λαμόγια»
Σε περίπτωση που δεν το έχεις καταλάβει ακόμα, ζούμε σε μία χώρα όπου οι βουλευτές εκλέγονται από την αναλογική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Άρα το σωστό είναι: «Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, είναι αλήτες, κλέφτες, και λαμόγια».

2) «Όλοι οι πολιτικοί είναι καραγκιόζηδες»
Και ξανάμανά. Σε περίπτωση που δεν το έχεις καταλάβει ακόμα, ζούμε σε μία χώρα όπου η προσωπικότητα του κάθε πολιτικού διαμορφώνεται σύμφωνα με τις ανάγκες του ελληνικού λαού. Άρα το σωστό είναι: «Ο ελληνικός λαός έχει ανάγκη από καραγκιόζηδες».

3) «Για όλα φταίει ο καπιταλισμός...»
Σύμφωνοι. Ξεκίνα λοιπόν την απάρνηση του καπιταλισμού πετώντας στα σκουπίδια όλα τα υλικά αγαθά που απέκτησες χάρη στον καπιταλισμό. (Αυτό περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα μέσα στο σπίτι σου, φυσικά τον υπολογιστή σου, καθώς και τη σύνδεσή σου στο ίντερνετ).

4) «...και τα ξένα μεγάλα συμφέροντα»
Συνεχίζοντας με το 3), δυστυχώς πρέπει να πετάξεις και τον αναπτήρα ή το στυλό σου. Ωχ γνωστόν, η Bic είναι μία ξένη πολυεθνική τίγκα στα μεγάλα συμφέροντα. Το ίδιο και τα τσιγάρα που καπνίζεις, και τα ξύδια που πίνεις, όταν αναλύεις σε άλλους τη γνώμη σου για τα ξένα μεγάλα συμφέροντα.

5) «Α ναι! Και το Κεφάλαιο»
Το Κεφάλαιο είναι μία πολύ γενική έννοια που αντιπροσωπεύει το μέσο συναλλαγής μεταξύ των ανθρώπων στις κοινωνίες τους και που στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο της ανθρωπότητας, τυχαίνει να είναι το χρήμα. Πριν κάτι αιώνες ήταν πήλινες νταμιτζάνες και πριν κάτι άλλους αιώνες ήταν κοπάδια από καμήλες. Ενδεχομένως στο μέλλον να είναι κάτι άλλο. Σε κάθε περίπτωση, όταν κατηγορείς το Κεφάλαιο, στην ουσία διαφωνείς με το μέσο συναλλαγής που έχεις κληθεί να εφαρμόζεις στην παρούσα κοινωνία. Όπως και στο 3), μπορείς να αποτάξεις το Κεφάλαιο και να καταφέρεις να βρεις έναν άλλο καλύτερο τρόπο επιβίωσης και ευημερίας σε μία κοινωνία που συναλλάσσεται με διαφορετικά μέσα και αξίες.

6) «Όλοι οι δημοσιογράφοι στα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια είναι αλήτες»
Περίεργο. Για κάποιο λόγο είναι επίσης πρώτοι σε τηλεθέαση. Άρα σωστή φράση είναι: «Η πλειοψηφία των τηλεθεατών προτιμά να ενημερώνεται από αλήτες».

7) «Η χώρα έχει γεμίσει μετανάστες»
Όντως. Και κατά 98% είσαι και εσύ ένας από αυτούς, οπότε προς τί ακριβώς το, μαγαρισμένο με ρατσιστικές πιτσιλιές, απεγνωσμένο ύφος;

8) «Οι ξένοι θέλουν τους Ρωμιούς δούλους και να τρώγονται»
Γεγονός Νο1: Πάνε περίπου δύο αιώνες μετά την ανεξαρτησία. Καιρός να αλλάξεις την πιπίλα με τους τραγικούς Ρωμιούς.

Γεγονός Νο2: Οι «ξένοι» (που δεν ξέρουμε ποιοι ακριβώς), ποσώς ενδιαφέρονται για το 0,05% του παγκόσμιου πληθυσμού που καταλαμβάνει μία κουτσουλιά γης. Εννοώ, και εμείς ως ξένοι σε σχέση με τους Σενεγαλέζους, πόσο ακριβώς ενδιαφερόμαστε για τα εσωτερικά της Σενεγάλης;

Γεγονός Νο3: Άσχετα με το τί θέλουν οι ξένοι, οι Ρωμιοί δεν φαίνεται να κάνουν και πολλά για να μην τρώγονται μεταξύ τους.

9) «Αν δεν ήταν η τουρκοκρατία...»
Οι Γερμανοί τί να πουν που ισοπεδώθηκαν δις τον προηγούμενο αιώνα, στιγματίστηκαν από ντροπιαστικά καθεστώτα, αλλά μέσα σε 20-30 χρόνια κατάφερναν να ξαναγίνουν σοβαρό και ισχυρό Κράτος;

10) «Οι τραπεζίτες κάνουν φαγοπότια και ο λαός πεινάει»
Έρχεται ο τραπεζίτης και σου λέει: «Σου δίνω 60.000 ευρώ τώρα για να πάρεις μία cayenne, και εσύ θα μου δώσεις 100.000 ευρώ αύριο. Εντάξει;», και εσύ απαντάς: «Ναι! Ναι! Cayenne!». And the idiot is….?

11) «Ο Έλληνας δεν αλλάζει εύκολα»
Η μεγαλύτερη φράση - οδοστρωτήρας όλων των εποχών! Γι’ αυτό κατά μία πολύ μεγάλη πιθανότητα, το ένδοξον ελληνικόν DNA είναι καταδικασμένο να ξεραστεί εκτός ανθρώπινου γονιδιώματος. Όχι από τους Τούρκους, ούτε από τους Γερμανούς, αλλά από την ίδια την Εξέλιξη!

Από τη γκρίνια στη μιζέρια

Υπάρχει κάτι χειρότερο από τη γκρίνια. Η γκρίνια αγκαζέ με την απαισιοδοξία, δηλαδή η μιζέρια.

Κάτι που άλλαξε τον τελευταίο χρόνο είναι η κυβέρνηση, πράγμα το οποίο εμένα προσωπικά με άφησε πολύ πιο αδιάφορο από ότι οι κοινωνικές συμπεριφορές που άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Κατ’ εμέ, αυτό που θριάμβευσε (και που συνεχίζει ακάθεκτο ακόμα) τον τελευταίο χρόνο είναι η μιζέρια. Μία ολόκληρη χώρα στα πρόθυρα κοινωνικής και οικονομικής χρεωκοπίας, αντί να στρωθεί να δουλέψει, να δει πως θα σταθεί πάλι στα πόδια της, να δημιουργήσει, απλά γκρινιάζει. Με εξαίρεση μία πενιχρή μειοψηφία, που βρίσκεται τόσο στον πολιτικό, όσο και στον υπόλοιπο κοινωνικό χώρο, η περισσότερη εθνική φαιά ουσία αναλώνεται στη μιζέρια.

Έχω αποκτήσει ένα είδος απέχθειας στους μόνιμα γκρινιάρηδες και απαισιόδοξους. Κάποτε θεωρούσα ότι απλά είναι γραφικοί. Τώρα πιστεύω ότι απλά κάνουν κακό. Σε περιόδους κρίσης που επιτάσσουν τη λήψη σοβαρών αποφάσεων, εάν δεν είσαι μέρος της λύσης, αναγκαστικά γίνεσαι μέρος του προβλήματος, και όσο περνάει ο καιρός η συγκεκριμένη υπόθεση επιβεβαιώνεται όλο και περισσότερο.

Καταστροφολογία, μιζέρια και συντηρητισμός. Θυμάται άραγε κανείς τα σενάρια που απασχολούσαν ομαδικά, όχι μόνο τα ΜΜΕ, αλλά και τα καφενεία κάπου γύρω στον Απρίλιο; Δύο ήταν τα βασικά. Το πρώτο ότι θα χρεοκοπούσαμε ούτως ή άλλως από το πρώτο τρίμηνο, οπότε δεν θα εξασφαλίζαμε δεύτερο πακέτο στήριξης, και το δεύτερο ότι ετοιμαζόμαστε σωρηδόν για να επιστρέψουμε στη δραχμή. Πολλοί κάτοικοι του Χολαργού μάλιστα άκουγαν στο Νομισματοκοπείο τα βράδια να τυπώνονται δραχμές! Το τρίμηνο πέρασε, η αξιολόγηση ήταν κατά κανόνα θετική, εξασφαλίζοντας το δεύτερο πακέτο, και το σενάριο της δραχμής μάλλον κλειδώθηκε προσωρινά σε κάποιο ντουλάπι, για να χρησιμοποιηθεί ενδεχομένως ξανά κάποια άλλη φορά.

Δεν έλειψαν βέβαια και οι φήμες που εξαπλώνονταν μέσα σε μία μέρα για την χρεωκοπία της τάδε και της δείνα τράπεζας με αποτέλεσμα να σχηματίζονται ουρές από πανικόβλητους καταθέτες που μετέφεραν το ρευστό τους είτε σε τράπεζες του εξωτερικού, είτε… κάτω από το μαξιλάρι τους. Τελικά καμία τράπεζα δεν χρεοκόπησε ενώ σχεδόν όλες πέρασαν με επιτυχία τα stress tests της ΕΚΤ.

Δεν ξέρω αν τελικά χρεοκοπήσουμε τον άλλο μήνα ή επιστρέψουμε στη δραχμή τα Χριστούγεννα ή αν οι ελληνικές τράπεζες θα χρεοκοπήσουν μεθαύριο. Ξέρω όμως ότι τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη όταν θα «έπρεπε» να συμβεί βάσει των μίζερων προβλέψεων. Θα βγει άραγε κανένας από όλους αυτούς τους μίζερους καταστροφολόγους να ζητήσει συγνώμη; Να σταθεί στο ύψος του και να πει δημοσίως ότι έσφαλε; Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος δημοσιογράφος ή επώνυμος. Ας είναι και ο μίζερος «παντογνώστης» της διπλανής πόρτας. Οι κάτοικοι του Χολαργού σταμάτησαν πλέον να ακούνε δραχμές και τώρα ακούνε νεράιδες; Διότι όλοι έχουμε φυσικά το ελεύθερο να λέμε ότι θέλουμε, αλλά όταν σκοπίμως καταστροφολογούμε όλη την ώρα πάνω σε θέματα εκτός του γνωστικού μας αντικειμένου, πανικοβάλλοντας τους γύρω, τότε φυσικά και είμαστε μέρος του προβλήματος. Η απαισιοδοξία εντείνεται, η αγορά γίνεται ακόμα πιο εσωστρεφής και η κακόμοιρη η γιαγιά που βλέπει το δελτίο των οκτώ φοβάται να βγει ακόμα και από το σπίτι της.

Μπροστά στις δυσκολίες (που ομολογουμένως είναι και παραμένουν πολλές), η αρχική αντίδραση είναι λογικό να είναι ένα κάποιο σοκ απόγνωσης. Μετά από λίγο όμως η θετική σκέψη είναι που με τη σειρά της θα παράγει πράξη και έργο προκειμένου να επιτευχθεί η οποιαδήποτε έξοδος από την κρίση. Εάν στις δυσκολίες κάποιος γκρινιάζει όλη την ώρα χωρίς να πράττει, όχι μόνο δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεράσει τις δυσκολίες, αλλά, όσον αφορά το αποτέλεσμα, δεν θα διαφέρει σε τίποτα από ένα κακομαθημένο παιδί που πλαντάζει στο κλάμα, πρήζεται και πονοκεφαλιάζει μία ολόκληρη μέρα, χωρίς τελικά να αποσπάσει το παγωτό για το οποίο ξεκίνησε όλη η φασαρία εξ’ αρχής.

Τι περιμένω από την κρίση

Να εξαφανισθεί η ηλίθια επιδειξιομανία καταναλωτικών αγαθών, να κατακρημνισθούν τα σύμβολα αυτής (π.χ. τα τζιποειδή τέρατα)

Να σταματήσουμε να χτίζουμε όπου βρούμε μνημεία της αισθητικής μας και της αυθαιρεσίας μας πληγώνοντας το υπέροχο ελληνικό τοπίο.

Να ξεχάσουμε το βιομηχανικό τρόπο διασκέδασης - σαρδελοποίησης στα ξενυχτάδικα, με στριμωξίδι, με καπνό και ανελέητο ηχητικό σφυροκόπημα. Να ανακαλύψουμε και πάλι την παρέα, τις μαζώξεις για χαρτί και επιτραπέζια στο σπίτι, πικ-νικ στην εξοχή, τραγούδια στην ακρογιαλιά με κιθάρα, φωτιά και φεγγαράδα

Να σνομπάρουμε τα τουριστικά εστιατόρια με το προκάτ φαγητό και την μόλις υποφερτή εξυπηρέτηση και να θυμηθούμε το πολλάκις υποτιμημένο ταπεράκι με κεφτέδες της μαμάς

Να καταλάβουμε ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που κυνηγάει το χρήμα από το πρωί μέχρι το βράδυ, αλλά αυτός που μπορεί να αράζει με μία εφημερίδα στη λιακάδα ή να πάει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο πάρκο για πορτοκαλάδα.

Να αφήσουμε τα αμάξια στο πάρκινγκ, να περπατάμε όταν έχουμε να πάμε τρία τετράγωνα παρακάτω, να ανακαλύψουμε το ποδήλατο, να ξαναθυμηθούμε το τρένο και το λεωφορείο.

Να παρακμάσουν τα σύμβολα της χυδαίας γκλαμουριάς: Μύκονος, Αράχωβα και τα συναφή.

Να βάλουν λουκέτο αυτοί που πουλούσαν 200 ευρώ ένα ζευγάρι παπούτσια κι 150 ευρώ ένα πουκάμισο και είχαν ύφος σαν να σου έκαναν χάρη που σε άφησαν να εισέλθεις στο μαγαζί τους. Να πάψουμε να ακολουθούμε κατά πόδας τη μόδα που άλλωστε είναι τόσο φριχτή ώστε πρέπει να αλλάζει κάθε έξι μήνες. Να μάθουμε ότι δεν είναι αναγκαστικά κακό το φτηνό.

Να ξανανακαλύψουμε τη χαρά και την αξία των μικρών πραγμάτων.

Και μετά, αφού περάσει η κρίση, θα ξανακυλήσουμε και πάλι στα ίδια, ξεχνώντας τα όλα σαν κακό όνειρο…