Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Μα......

Μα ...αυτό που χρειάζεται περισσότερο αυτή η χώρα, ένα άλλο μεγάλο έλλειμμά της, είναι τα όνειρα. Αυτή η χώρα έχει ξεχάσει να ονειρεύεται, καθώς από τη μία έχει μείνει με το βλέμμα στραμμένο στην αρχαιότητα και από την άλλη, εκεί που αρνείται να κοιτάξει, βυθίζεται στη βαρβαρότητα και στα σκ#%ά. Είμαστε ένας συμβολολάγνος, σοβαροφανής και αφανής λαός αρχαιοφυλάκων ανίκανος να παραγάγει και να δημιουργήσει. Είμαστε πολιτισμικά, πολιτιστικά και ενδεχομένως πολιτικά ευνούχοι, δέκα εκατομμύρια λαός που αυνανίζεται μπροστά σε καρτ ποστάλ του Παρθενώνα και ίσως και της Αγιάς Σοφιάς.

Οι Αθηναίοι της κλασσικής περιόδου έσπαζαν του κούρους και τις κόρες για να στρώνουν τους δρόμους τους, θεωρώντας ότι είναι η καλύτερη γενιά από όλες τις προηγούμενες γενιές της πόλης τους και ότι τα παλαιότερα ήταν αστεία μπροστά στα καινούρια. Πρέπει να τον γκρεμίσουμε τον Παρθενώνα και να τον κάνουμε ασβέστη, στη φαντασία μας. Πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε ότι αυτό που ήταν πριν από δύο χιλιάδες χρόνια έχει πλέον διαχυθεί στον παγκόσμιο πολιτισμό. Είναι θαυμάσιο που είναι μέρος της ιστορίας μας, πρέπει να μας εμπνέει, δεν είναι όμως το χωραφάκι του πατέρα μας από το οποίο περιμένουμε να τραφούμε και το οποίο υπερασπιζόμαστε με το δίκαννο από καταπατητές. Είναι αγώνας μάταιος. Το χωραφάκι δεν υπάρχει πια.

Αν ρίχναμε και μια ματιά στο μέλλον, θα ήταν όλα πιο καλά.

Από τη μία περιφρονούμε τον Καραγκιόζη και από την άλλη, με το που θα τον διεκδικήσει, όχι αδίκως, κάποιος άλλος, αμέσως αισθανόμαστε θιγμένοι, σαν τα κακομαθημένα παιδάκια που παρατάνε ένα παιχνίδι και βρίσκουν ξαφνικά το ενδιαφέρον τους για αυτό ακριβώς τη στιγμή που θα το πιάσει κάποιο άλλο παιδάκι. Ο πολιτισμός σαν κλειστό επάγγελμα.

Σκεφθείτε λίγο, αν θέλετε να είσαστε σαν τους αρχαίους, τι έκαναν οι αρχαίοι. Ονειρεύονταν, οραματίζονταν, δημιουργούσαν, εισήγαγαν κενά δαιμόνια, σατίριζαν τα ιερά και τα όσια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν φορτωμένοι με χίλια δυο ελαττώματα και στραβά, ίσως όχι λιγότερα από όσα εμείς. Δεν ήταν όμως βασική ενασχόλησή τους να βρίσκουν αφορμές για να αισθανθούν προσβεβλημένοι π.χ. επειδή ένα περιοδικό απεικόνισε έτσι ή αλλιώς ένα άγαλμα ούτε το ανήγαγαν αυτό σε εθνικό θέμα θέλοντας θαρρείς να υπογραμμίσουν τη γελοιότητα και την ασημαντότητά τους. «Άλλοι λαοί δεν συμπεριφέρονται έτσι;» μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος. Πιθανότατα, είναι η απάντηση, μόνο που οι λαοί που κάτι καταφέρνουν δεν περιορίζονται στο να σκέφτονται από τη μία το παρελθόν και από την άλλη το τι κάνουν οι άλλοι, για να οριοθετήσουν αυτό που είναι και αυτό που μπορούν, ούτε ψάχνουν για να αυτοπαρηγορηθούν για την κατάντια τους τα απανταχού κακά του κόσμου, για να πουν χαιρέκακα «Α, να, κοίτα! Συμβαίνουν και εκεί!». Αντιθέτως, αναζητούν το καλό που έχει ο κάθε λαός και το κάνουν ακόμη καλύτερο και προσθέτουν και κάτι τρίτο δικό τους, χαράζουν τη δική τους πορεία, τολμώντας το άλμα στο κενό του μέλλοντος πιστεύοντας σε αυτό που είναι και στις δυνάμεις τους.

Γιατί τα γράφω αυτά; Μάταιος κόπος, σε ένα λαό όπου έγνοια των δικαστών είναι να μην τους απογράψουν με τον ίδιο τίτλο που απογράφονται όλοι οι άλλοι, όπου γίνεται θέμα μια αφίσα που υποδηλώνει το αυτονόητο: ότι ομοφυλόφιλοι είναι στατιστικά βέβαιο ότι έχουν υπηρετήσει στην προεδρική φρουρά και ότι σίγουρα περιλαμβάνονται σε αυτό που συμβολίζει το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, έχοντας χάσει τη ζωή τους για την πατρίδα. Μάταιος κόπος σε έναν λαό που έχει γίνει εύθρυπτος σαν αρχαίο διαβρωμένο μάρμαρο ή μούμια, ταριχευμένο πτώμα σαν τα σκηνώματα που προσκυνά, αφορίζοντας κάθε μεγάλο πνεύμα αυτής της χώρας που τόλμησε να εκφράσει κάτι καινούριο τους τελευταίους αιώνες, σε ένα λαό κουραδόμαγκα που έχει σαν εθνικό χόμπι να ψάχνει για πάρκινγκ, να πατάει ζώα στους δρόμους, να ρίχνει φόλες και να χύνει τσιμέντα.

Κεκτημένο δεν είναι τίποτα πέρα από τη στιγμή που ζεις και αυτή είναι που καθορίζει αυτό που είσαι.

Η κατάρρευση που βιώνουμε είναι από μια οπτική η εξάντληση των ορίων του να ασχολείσαι αποκλειστικά με το παρελθόν σου. Το κεφάλαιο ξοδεύτηκε. Αυτό που χρειαζόμαστε απελπισμένα σήμερα είναι λίγη ρήξη. Το ένδοξο παρελθόν, από βάση στην οποία πατήσαμε για να δημιουργήσουμε το νεοελληνικό κράτος και πολιτισμό έχει μετατραπεί σε βάρος που μας τραβάει στην άβυσσο, ίσως γιατί μένοντας ναρκισσιστικά προσηλωμένοι σε αυτό αδυνατούμε να διακρίνουμε τη σημερινή μας πραγματικότητα και να χαράξουμε το σημερινό μας μονοπάτι.

Ο Έλλην απαξιεί να ασχοληθεί με τα σκα*ά του και τα σκουπίδια του και με άλλα ταπεινά ζητήματα, για αυτό και πνίγεται μέσα σε αυτά.

Άντε, βάλτε τώρα κανένα ψευτοκλασικό κιτς έργο σε στυλ Μυθοδυσωδίας με άφθονες ψευτοβαγκνερικές κορώνες και έπικ μπάσα (η κλασική μουσική του σκυλά), ρίξτε και κάνα φως στην Ακρόπολη, να τη βρούμε λίγο μέχρι να έλθουν οι Ελ το 2012, κάπως θα αντέξουμε μέχρι τότε, ε; Η εσχατολογία να είναι καλά και θα αντέξουμε τις περικοπές και τους φόρους.

Τοξικα Μυαλα

Μαθαίνεις ότι πρέπει να απαρνηθείς τις ευαισθησίες σου για να επιβιώσεις, για να μην είσαι αδύναμος, μετά, γεμίζεις με ενοχές, φόβο, σκληρότητα και υποταγή, για να αρέσεις, για να τα καταφέρεις, για να κατακτήσεις. Μαθαίνεις ότι δύναμη είναι το να κλείνεις τα μάτια, το να οχυρώνεσαι στον εγωισμό, να μην αγαπάς (άντε, εκτός από δύο ή τρία άτομα κοντά σου και αυτά υπό αίρεση), να μη συμπονάς, να μην καταλαβαίνεις, να είσαι σκληρός. Μαθαίνεις να είσαι εχθρός με τον κόσμο. Μαθαίνεις να μην ενδιαφέρεσαι για την αλήθεια, αλλά για τα «σημαντικά». Μαθαίνεις ότι πρέπει να είσαι αρεστός αντί για αληθινός. Ζεις ψεύτικος σε ένα ψεύτικο κόσμο και ίσως κάποια στιγμή, αν έχεις τύχη ή προδιάθεση, πιθανώς με κάποια ασήμαντη αφορμή, να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις απαρνηθεί ό,τι είναι πολύτιμο για μια χούφτα στάχτες και αποκαΐδια, ότι αυτό που νόμιζες ότι σε κάνει «μεγάλο και τρανό» σε κάνει ένα θλιβερό ανθρωπάκι.

Συνειδητοποιείς ότι δύναμη δεν είναι να έχεις κλειστά τα μάτια, αλλά να τα έχεις ορθάνοιχτα, να έχεις επίγνωση και ευαισθησία κάθε στιγμή, να συμπονάς. Δύναμη είναι να συμπονάς τα πάντα, ακόμη και το πλάσμα που δεν έχεις επιλογή παρά να σκοτώσεις για να επιβιώσεις, ακόμη και τη σαλάτα σου. Δύναμη είναι να νοιώθεις τα πάντα, να έχεις το θάρρος να αδειάζεις το ποτήρι μέχρι τον πάτο. Συνειδητοποιείς ότι η σκληρότητα σε κάνει ένα σκληρό κέλυφος δίχως ζωή. Συνειδητοποιείς ότι, αν υπάρχει κάτι που έχει αξία σε αυτό τον κόσμο, αυτό είναι η αλήθεια. Συνειδητοποιείς ότι πρέπει να είσαι αληθινός και να μην κρύβεις την αλήθεια σου, διότι, αν φοράς πολύ ώρα τη μάσκα, πας να τη βγάλεις κάποια στιγμή, που θα κρίνεις ότι έφτασε η κατάλληλη ώρα, και αντιλαμβάνεσαι έντρομος ότι έχει γίνει ένα με το πρόσωπό σου. Συνειδητοποιείς ότι πρέπει να δίνεις προτεραιότητα στην αξία και όχι στο χρήμα. Αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη κοινωνία σαν ένα απέραντο φρενοκομείο, κάνεις φίλους σου τα πουλιά, τα δέντρα, τον ουρανό και το χώμα. Ξυπνάς το πρωί και τρέχεις να καλημερίσεις τον πατέρα σου, τον ήλιο και να δεχτείς το ζεστό χάδι του. Περιμένεις χωρίς φόβο τον θάνατο και τη στοργική μητρική αγκαλιά της γης, για να δώσεις πίσω αυτό που δανείστηκες, για να ξαναγίνεις νερό, χώμα, σκουλήκι, έντομο, πουλί, λουλούδι, δέντρο, γέννημα, καρπός, ζώο, άνθρωπος, σύννεφο που παρασέρνει νωχελικά το αεράκι πάνω από μια πολυπληθή παραλία όπου κάποτε κολύμπησες και εσύ (το αστείο είναι ότι ήδη κομμάτια σου που ήταν «εσύ» σε διάφορα στάδια της ζωής σου είναι ήδη κάτι άλλο, ζωή και θάνατος είναι πιο αξεχώριστα από όσο νομίζουμε, είναι ένα και το αυτό).

Ξυπνάς από το λήθαργο και ζεις σε ένα πανηγύρι ζωής και θανάτου, γελάς με το κοσμικό αστείο και ενώ συνεχίζεις να ζεις μέσα στον κόσμο και να παλεύεις για το ωραίο και το καλό, παράλληλα, αυτό που είναι αρχαίο και αιώνιο μέσα σου, η σκόνη των άστρων, κρυφοκοιτάζει από τις γωνίες και σου ψιθυρίζει πάντα, «μη χολοσκάς, όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή...» και αυτό σου φαίνεται το πιο αισιόδοξο πράγμα του κόσμου και εκεί που κλαις και υποφέρεις καθώς σου μασουλά τα κόκαλα το σκυλί της πραγματικότητας θες να γελάσεις με την καρδιά σου και συμπονάς όλη την πλάση και βλέπεις ότι τίποτα δεν είναι άψυχο και ότι όλες οι ψυχές εκπορεύονται από την ίδια ψυχή και ότι είσαι μέσα σε όλα, ότι είσαι όλα και όλα είναι εσύ. Να, ένα κομμάτι μου είναι μέσα σε αυτό τον πέτρινο σκαραβαίο που με κοιτάζει από το ράφι της βιβλιοθήκης καθώς δακτυλογραφώ. Σταματώ την πολυλογία. Θα πω μόνο ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας δεν είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος, αλλά η μόλυνση του μυαλού με τη σκληρότητα, η μόλυνση του περιβάλλοντος είναι ένα από τα επακόλουθά της. Αν θέλεις καθαρότερο περιβάλλον, άρχισε καθαρίζοντας το μυαλό σου.