Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Η σκυταλοδρομία του κόστους


Ανδρέας Λοβέρδος: «Ανατρέπουμε ένα νοσηρό κλίμα δεκαετιών, φέρνοντας ενώπιόν σας κυρίες και κύριοι βουλευτές, τη μεγάλη διαρθρωτική αλλαγή του ασφαλιστικού, χωρίς να υπολογίζουμε έννοια πολιτικού κόστους. Να τελειώνουμε πια με αυτή την άθλια έννοια της μεταπολίτευσης»
Να τελειώνουμε, γιατί πια ζούμε στην εποχή μιας άλλης έννοιας, απείρως αθλιότερης: της έννοιας του οικονομικού κόστους.

Αν στην εποχή του πολιτικού κόστους μια κυβέρνηση δίσταζε να πάρει αποφάσεις που θα ήταν επωφελείς μακροπρόθεσμα και συνολικά, φοβούμενη αντιδράσεις τμημάτων της κοινωνίας που ήθελαν να προασπίσουν το βραχυπρόθεσμο δικό τους συμφέρον, στην εποχή του οικονομικού κόστους μια κυβέρνηση αναγκάζεται -ή καμώνεται πως αναγκάζεται- να παίρνει κατεδαφιστικές αποφάσεις, κατεδαφιστικές τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, τόσο για το σύνολο της κοινωνίας όσο και για τα επιμέρους τμήματά της, εκφοβιζόμενη -ή επισείοντας τον μπαμπούλα- τμημάτων της οικονομίας που θέλουν να προασπίσουν το βραχυπρόθεσμο δικό τους συμφέρον.

Στην εποχή του πολιτικού κόστους η τελική αναγωγή ήταν ο ψηφοφόρος που θα τιμωρούσε στις εκλογές (και που εν πάση περιπτώσει όσο κοντόφθαλμα κι αν τιμωρούσε, ήταν αναφαίρετο δημοκρατικό του δικαίωμα να το κάνει), στην εποχή του οικονομικού κόστους η τελική αναγωγή είναι ο δανειστής που τιμωρεί στις αγορές με «απαγορευτικά» επιτόκια.

Στην εποχή του πολιτικού κόστους το παιχνίδι λεγόταν ακόμη πολιτική και δημοκρατία και κρίσιμη εξακολουθούσε να είναι η σχέση πολίτη - πολιτικού, στην εποχή του οικονομικού κόστους το παιχνίδι λέγεται οικονομία, πραγματικότητα, αγορές και κρίσιμη παύει -ή πρέπει πάση θυσία να πειστούμε πως παύει- να είναι η οποιαδήποτε εσωτερική πολιτική σχέση, αφού είναι το ίδιο το κράτος που δεν είναι πια ένα κράτος (ήτοι μια πολιτική κοινωνία ανθρώπων που αποφασίζει εκείνη πως θα ρυθμίσει τα του οίκου της), έχοντας αλλάξει υπόσταση, έχοντας μετατραπεί από πολιτικό μέγεθος σε καθαρά οικονομικό μέγεθος, έχοντας μετατραπεί σε σκέτο μαγαζί που χρωστάει.

Αν στην εποχή του πολιτικού κόστους το κοινό καλό υποχωρούσε μπροστά στον συνταξιούχο (ή και σε λιγότερο ευγενικές εκφάνσεις, στον φορτηγατζή ή τον συμβολαιογράφο), στην εποχή του οικονομικού κόστους το κοινό καλό υποχωρεί μπροστά στον δανειστή.

Αν στην εποχή του πολιτικού κόστους η δυνατότητα μιας πιο πλούσιας συνολικά χώρας υποχωρούσε υπό την πίεση πολιτών που επιδιώκουν να μην φτωχύνουν, στην εποχή του οικονομικού κόστους η δυνατότητα μιας πιο πλούσιας συνολικά χώρας υποχωρεί υπό την πίεση δανειστών που δεν τους λες και φτωχούς.

Εν πάση περιπτώσει αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες είναι πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα μια ριζική αλλαγή στη νοηματοδότηση των εννοιών. Αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες είναι πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα μια ηθελημένη ή αθέλητη προσπάθεια να ξεχάσουμε όλα όσα ξέραμε για το τι σημαίνει δημοκρατία, τι σημαίνει πολίτης, τι σημαίνει κράτος. Εκείνο που μας παρουσιάζουν τους τελευταίους μήνες δεν είναι ένα κράτος που έχει (κι αυτό και άλλα πολλά κράτη) τεράστια οικονομικά προβλήματα, εκείνο που μας παρουσιάζουν είναι μια καινούρια αφήγηση: Ο κόσμος μας δεν χωρίζεται σε αυτεξούσια κράτη (που με τη σειρά τους εξαρτώνται από τους πολίτες τους αν είναι δημοκρατικά ή από την εξουσία τους αν δεν είναι δημοκρατικά), ο κόσμος μας μπορεί και λειτουργεί χάρη στις αγορές που δανείζουν τα κράτη. Ανώτατη ρυθμιστική αρχή των πάντων είναι οι αγορές και οι κανόνες τους. Αυτονόητα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα δεν υπάρχουν, ούτε και υποχρέωση των κρατών να τα διασφαλίζουν. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο και αναπαλλοτρίωτο, όλα είναι μια σχέση οικονομικής συναλλαγής και αν το κράτος στο οποίο ζεις δεν ανταποκρίνεται στις οικονομικές υποχρεώσεις προς τους δανειστές του, τότε όλα θα μπουν στο τραπέζι, τότε όλα θα ξανακριθούν από την αρχή και υπό την βάση καθαρά ανταποδοτικών κριτηρίων.

Δεν ζούμε μια οικονομική κρίση, ζούμε σε έναν καινούριο κόσμο.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Σύγκριση και πάλι σύγκριση


Απ΄την πρώτη στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας, με την πρώτη μας αναπνοή, το πρώτο κλάμα, το πρώτο χαμόγελο περνάμε κάτω από το μικροσκόπιο της σύγκρισης θέλοντας και μη. Πρώτα - πρώτα θα περάσουμε απ τα «χέρια» της οικογένειάς μας. Θα μας συγκρίνουν με τ’ άλλα μέλη της οικογένειας. Ποιανού μοιάζει η μύτη μας, ποιανού το χαμόγελο, τα μάτια κτλ.
Στην συνέχεια θα αρχίσουν οι συγκρίσεις με τα άλλα παιδάκια. Πόσο πιο έξυπνα φαίνονται τα ματάκια μας, πόσο περισσότερα μαλλιά έχουμε απ΄ τα άλλα παιδάκια, πόσο πιο ζωηρά είμαστε.
Οι συγκρίσεις στη συνέχεια όλο και πυκνώνουν. Πόσο γρήγορα είπαμε τις πρώτες μας λεξούλες, πόσο γρήγορα περπατήσαμε, πόσο γρήγορα μάθαμε να γράφουμε, να μετράμε, να διαβάζουμε. Πόσο πιο καλοί μαθητές είμαστε, πόσο πιο ψηλοί σε σύγκριση με τα άλλα παιδιά.
Σιγά - σιγά μπαίνουμε και εμείς στο πνεύμα της σύγκρισης και αρχίζουμε να ζυγίζουμε τα πάντα. Πόσο πιο καλή είναι η δουλεία μας, πόσο πιο καλό μισθό έχουμε, πόσο πιο καλό είναι το σπίτι, το αυτοκίνητο,το κινητό μας.
Σύγκρισή - σύγκριση και ξανά σύγκριση. Όλη αυτή η σύγκριση όμώς δεν μας βγαίνει σε καλό γιατί πάντα θα βρούμε κάτι σε κάποιον που είναι καλύτερο από μας. Μας φταίει η εμφάνιση μας και ονειρευόμαστε να αποκτήσουμε το σώμα κάποιας διασημότητας. Τρέχουμε σε πλαστικούς χειρούργους για να μας «διορθώσουν» τις ατέλείες μας. Νιώθουμε δυστυχισμένοι γιατί δεν έχουμε το μυαλό του Αϊνστάιν, γιατί δεν έχουμε τον εσωτερικό κόσμο της τάδε ή του τάδε και πάει λέγοντας.
Κι αυτή η «αρρώστια» της σύγκρισης δεν έχει τελειωμό. Είναι εκεί και μας δηλητηριάζει την ζωή. Τίποτα δεν φαίνεται να μας ευχαριστεί. Διαρκώς ζητούμε κι άλλα. Κι όταν ακόμη τα αποκτούμε δεν παύει να μας ακολουθεί αυτή η αίσθηση πως κάτι μας λείπει.
Χάνουμε πολύτιμο χρόνο από την ζωή μας για να δημιουργήσουμε περισσότερα και να γίνουμε εμείς «τέλειοι» και έτσι χάνουμε τον εαυτό μας. Ξεχνάμε πως η δημιουργία μας οφείλεται σε μια ανώτερη δύναμη. Πως ο κάθε ένας από εμάς είναι ξεχωριστός για κάτι. Δεν υπάρχουν όμορφοι κι άσχημοι, όλοι είμαστε ξεχωριστοί.
Και ποιος είπε πως τα πολλά υλικά αγαθά φέρνουν την ευτυχία; Ποιοι είναι πραγματικά ευτυχισμένοι: αυτοί που είναι ευχαριστημένοι με αυτά που έχουν και ζούνε χωρίς την σύγκριση ή αυτοί που δεν ξέρουν καν τι έχουν και που συνεχίζουν να κυνηγούν αυτό το κάτι που κάνει άλλους καλύτερους από απ’ αυτούς;

Μαϊντανοί – άνηθοι και λοιπά καρυκεύματα!


Μαϊντανός: Επάγγελμα προσοδοφόρο. Συνδυάζει χρήμα και δόξα. Το τέλειο. Δεν χρειάζεσαι σπουδές ειδικές. Δεν έχει όριο ηλικίας. Δεν υπόκειται σε φορολογίες, ΙΚΑ, σύκα, μίκα, ΤΕΒΕ. Δεν χρειάζεσαι βοηθό. Δρας μόνος, αυτόνομος, άναρχος, τσαμπουκάς, θρασύς, εριστικός ιδιότητες που τις έχουν οι μισοί έλληνες.
Το μόνο που χρειάζεσαι είναι πιασάρικο θέμα, πράγμα πολύ εύκολο την σήμερον ημέρα και ένας φιλόδοξος παρουσιαστής ή παρουσιάστρια με πονηρή μουσούδα και πιο πονηρές προθέσεις…
Επίσης στα αβαντάζ του επαγγέλματος προστίθεται το ότι είναι κλειστό. Οι ίδιοι και οι ίδιοι. Επί παντός επιστητού. Δεν χρειάζεσαι ειδικότητες. Το ίδιο άτομο είναι (κρατάτε αναπνοή) γιατρός, δικηγόρος, σεισμολόγος, πολιτικός, ηθικολόγος, θεολόγος, μετεωρολόγος, κριτικός θεάτρου, κινηματογράφου, αξιολογητής ανθρώπων, κειμένων και λοιπόν πνευματικών κατασκευασμάτων, ιστορικός, ιδιωτικός αστυνομικός, πατριώτης (ο καθείς από την σκοπιά του), πατριδοκάπηλος, αυτόκλητος σωτήρας, καταστροφολόγος, τερατολόγος. Θα θυμηθώ και άλλα, ας μην αναλωθούμε όμως με τα προσόντα των κυρίων και κυριών.
Αν δεν υπήρχαν αυτοί καταργούνταν αυτομάτως και οι παρουσιαστές των διαφόρων εκπομπών που σαν μανιτάρια φύτρωσαν για να δώσουν βήμα και λόγο σε αυτό το πλήθος των «ειδικών». Το επάγγελμα δεν έχει και ανεργία. Ας περιγράψουμε το σκηνικό. Είναι παντού το ίδιο με διάφορες περικοκλάδες. Ένα μεγάλο τραπέζι να χωρά από 10 έως 30 «ειδικούς» και πάγκους να κάθονται οι δευτεράντζες. Ο παρουσιαστής δικτάτωρ και δυνάστης στο κεφάλι του τραπεζιού, ενίοτε και στο κεφάλι τους, διευθύνει την ορχήστρα κατά πως θέλει. Θέλει ένα — ένα όργανο; Θέλει ντουετάκι; Θέλει όλοι μαζί (εκεί πια χάνεις το νου σου).
Σαν να μην έφταναν οι παρόντες, να και οι τηλεφωνικές παρεμβάσεις, που ο παρουσιαστής κάνει και τον έκπληκτο. Σαν να μην το ήξερε. Επίσης είναι και τα link. Σε πιο διάσημους μαϊντανούς στέλνουμε και σύνδεση. Που να τρέχουν οι ονομαστοί και ακατονόμαστοι από κανάλι σε κανάλι; Γιατί οι πιο περιζήτητοι από τους «ειδικούς» δεν ξέρω πως μετακινούνται. Διακτινίζονται ίσως. Όποιο κανάλι και να ανοίξεις είναι σε διαφορετικό πάνελ. Δηλαδή αν δεν τον γουστάρεις δεν υπάρχει περίπτωση, θα τον φας στη μάπα ούτως ή άλλως.
Φαντάζομαι υπερωρίες που θα παίρνουν, διότι θα πρέπει να καλύψουν και την υπερκόπωση που προέρχεται από τα ξενύχτια. Ξεροσταλιάζουν ως τις 2 με 3 τα χαράματα, ανάλογα με τον παρουσιαστή και το θέμα για να πουν μια κουβέντα που πρέπει να ζυγιάσουν καλά. Διότι αλλιώς θα τους κατασπαράξει το αφεντικό και οι «συνάδελφοί» τους. Έχει και αυτό το επάγγελμα τα δύσκολά του. Και όπου λέμε αφεντικό εννοούμε τον κάτοχο της εκπομπής, ο οποίος δεν έκανε τον κόπο να τον φέρει για να έχει την δική του γνώμη. Τον έφερε για χορωδία. Αλίμονο αν παραφωνήσει.
Ένα που δεν καταλαβαίνω και θα με φάει η απορία. Καλά αυτούς που δεν τους νοιάζει η υστεροφημία τους και εκτίθενται ποικιλοτρόπως. Υπάρχουν όμως πολλοί που τους εκτιμώ κατά τα άλλα. Που δεν χρειάζονται άλλη προβολή. Αυτοί γιατί το κάνουν;

Τα βήματα της ευτυχίας


Ξέρεις:
Ότι δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα μαζί.
Ότι δεν μπορείς να κάνεις όλα τα πράγματα εξίσου καλά.
Ότι δεν μπορείς να είσαι αγαπητός σε όλους τους ανθρώπους.
Ότι είσαι άνθρωπος και μην προσπαθείς να γίνεις υπεράνθρωπος.
Γι’ αυτό:
Πρέπει να βρεις ποιος είσαι και να γίνεις αυτό που είσαι.
Πρέπει να αποφασίσεις τι έρχεται πρώτο στην ζωή σου και να το κάνεις.
Πρέπει να ανακαλύψεις τις δυνάμεις σου και να τις χρησιμοποιήσεις.
Πρέπει να μάθεις να μην ανταγωνίζεσαι τους άλλους στον διαγωνισμό «για το ποιος είσαι» γιατί δεν υπάρχει κανένας, παρά μόνο ο εαυτός σου.
Τότε:
Θα μάθεις να δέχεσαι την μοναδικότητα σου.
Θα μάθεις να βάζεις προτεραιότητες και να παίρνεις αποφάσεις.
Θα μάθεις να ζεις με τους δικούς σου περιορισμούς.
Θα μάθεις να δίνεις στον εαυτό σου τον σεβασμό που δικαιούται.Θα μάθεις να ζεις!
Τόλμησε να πιστέψεις:
Ότι είσαι ένας υπέροχος, μοναδικός άνθρωπος.
Ότι είναι καθήκον σου να γίνεις αυτός που είσαι.
Ότι η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσεις αλλά ένα δώρο που πρέπει να λατρέψεις.
Έτσι θα είσαι ικανός να σκέφτεσαι πάντα θετικά και να διώχνεις ότι αρνητικό σε σπρώχνει προς τα κάτω. Είναι πιο όμορφο να βλέπουμε ψηλά στον καταγάλανο, φωτεινό ουρανό πάρα να κοιτάμε χαμηλά στην γη.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

H αιτία της κρίσης είναι η κρίση.

Σε αυτό που αδιαμφισβήτητα είμαστε καλοί εμείς οι Ελληνες είναι στη μεταφορά ευθυνών, αρρώστησα άρα φταίει ο Θεός, τράκαρα άρα φταίει ο άλλος, έπεσα στο ίσιωμα επειδή με ματιάσανε και πάει λέγοντας...

Στο μεγάλο πρόβλημα των ημερών έχουμε ακούσει τα πάντα... φταίνε αυτοί που τα κλέψανε, φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, φταίνε οι δήθεν συνταξιούχοι κλπ κλπ, βέβαια θα πει κανείς, δε φταίνε όλοι αυτοί? Σαφώς και φταίνε αλλά εφόσον αυτά ήταν γνωστά από τα 90's δε φταίνε όλοι αυτοί που ξαναψήφιζαν το σύστημα που συντηρούσε αυτή τη κατάσταση?
Τα πρόσωπα των υπευθύνων είναι μέσα στην ίδια την οικογένεια μας, δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος γονιός σας ή μεγάλος αδερφός σας ή ακόμα και σεις να μην ψηφίσατε και να μην στηρίξατε τον δικομματισμό!
Το μεγάλο ερώτημα είναι... γιατί είτε οι γονείς σας, είτε εσείς να κάνετε κάτι τέτοιο...? μάλλον επειδή όλοι αποσκοπείτε σε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρουσφετάκι... επειδή ποτέ δεν ακούγατε τι πραγματικά έλεγε το κάθε κόμμα προεκλογικά αλλά περιοριζόσασταν μόνο στη δική σας προσωπική απολαβή.
Όλο αυτό συμβαίνει επειδή η σύγχρονη Ελλάδα κοίμισε το μυαλό της και μεγάλωσε τη κοιλιά της. Πέρα απο μια εξασφαλισμένα καλή ζωή λίγα πράγματα έχουν ενδιαφέρον. Κάθε μορφή τέχνης που κληρονομήσαμε χρησιμοποιείται σήμερα με το χειρότερο τρόπο επιφέροντας αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα απο το λόγο για τον οποίο η κάθε τέχνη δημιουργήθηκε! Κάθε παρακλάδι αυτής της ζωής έχει έναν και μόνο στόχο τα λεφτά!
Αν ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας χαρακτηρίζουν την αρχαία Ελλάδα, η σύγχρονη χαρακτηρίζεται απο τη Τζούλια, σήμερα μετράει να σε όμορφος και να χεις λεφτά, πως θα τα βγάλεις και τι θα λες δεν έχουν καμία αξία, το πνεύμα πτώχευσε και σιγά σιγά πτωχεύσαμε και ώς άνθρωποι και έτσι εύκολα πια μπορεί να μας πνίξει κάποιος σε μια κουταλιά νερό.
Γιατί δε διαμαρτυρηθήκαμε ποτε για το γείτονα που έκλεβε το δημόσιο ώστε να το κλέψουμε και μείς κάποια μέρα, δε διαμαρτυρήθηκαμε ποτέ για τη κακή μουσική που ακούμε επειδή μας είπαν πως είναι μόδα, ούτε για την αθλιότητα που έπεφτε η τηλεόραση επειδή μάθαμε να μη προσδοκούμε σε τίποτα καλύτερο απο ότι μας ταΐζουν και έτσι εξελιχθήκαμε σε άβουλα σκυλάκια του κοινοβουλευτισμού και σα σκυλάκια μόνο να γαβγίζουμε ξέρουμε αλλά ποτέ δε μας έρχετε στο μυαλό να ζήσουμε χωρίς λουρί...
Και έτσι οι κλέφτες τους οποίους βγάλαμε μας κλέβουν με έναν μοντέρνο αμερικάνικο αέρα και ξεπουλάνε γή και ύδωρ δημιουργώντας περιούσιες για τρισέγγονα και προώθηση νεοταξικών συμφερόντων!
Διασπασμένοι αποξενωμένοι με δήθεν θεωρίες και σοφίσματα που πιστεύουμε πως είναι δικά μας μας αρκεί ένα γεμάτο στομάχι και λίγο καλό σέξ για να πούμε δε βαριέσαι καλα είμαστε...

Το ταλέντο της υποκρισίας

Ψάχνω εδώ και χρόνια, να βρω τη γαλήνη. Την ηρεμία της ψυχής. Τίποτα δεν υπάρχει εδώ κοντά που να της μοιάζει. Κανείς δεν υπάρχει εδώ κοντά που να μπορεί να μου τη δώσει. Όμως έχω κάτι στο νου... Πόσο εύκολο είναι να μένεις ήρεμος όταν η αδικία σε περιβάλλει; Όταν ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για το αντίθετο; Νομίζω πως είναι πολύ δύσκολο να επιβάλλεις στον εαυτό σου να κάνει κάτι που δε νιώθει. Μάλλον το μυστικό είναι αλλού. Στην προσποίηση. Να πιστέψεις πως τίποτα δε συμβαίνει. Να δίνεις στα γεγονότα μια ερμηνεία διαφορετική από την πραγματική.
Να ζεις σε μια υποκειμενική πραγματικότητα. Να υποκρίνεσαι ότι όλα πάνε καλά. Θα λες πάντα αυτό που πρέπει να ακουστεί. Θα κάνεις πάντα αυτό που πρέπει να γίνει. Έτσι θα είναι όλοι ευτυχισμένοι, και σιγά-σιγά κι εσύ. Αυτά που θέλεις θα τα κρύβεις καλά μέσα σου και θα τα θάψεις για πάντα, μακριά από την τεκμαρτή πραγματικότητα. Πόσο εύκολο είναι όμως αυτό; Πόση προσπάθεια χρειάζεται για να το πετύχεις;
Είναι τελικά η τέχνη της υποκρισίας ο μόνος τρόπος να επιβιώσεις; Είναι τελικά η τέχνη της υποκρισίας ή η τέχνη της υποκριτικής; Μια ιδέα τριβελίζει το μυαλό μου τους τελευταίους μήνες. Δεν ξέρω αν είναι ιδέα ή αν είναι ανάγκη. Αν είναι καπρίτσιο ή απωθημένο. Ένας τρόπος υπάρχει μόνο όμως να το μάθω. Να το επιχειρήσω. Οι πιθανότητες είναι μία στις χίλιες. Και;
Ένας καθηγητής μου έλεγε «Με το αν δε γράφεται ιστορία». Και είχε δίκιο. Στη χειρότερη (και πιο πιθανή) περίπτωση θα αποτύχω. Ακόμη και τότε, κάτι θα μάθω από την αποτυχία. Κι αν δεν αποτύχω; Μου αξίζει να μην το μάθω ποτέ; Ο κάθε άνθρωπος στάλθηκε στη γη από το Θεό με ένα ξεχωριστό ταλέντο. Μπορεί να είναι ταλέντο σε κάποια τέχνη, μπορεί να είναι ταλέντο σε κάποια επιστήμη, μπορεί να είναι ταλέντο σε κάποιο άθλημα, μπορεί να είναι ταλέντο στα χείλη… Δεν έχει σημασία.
Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν, έχει μια ιερή υποχρέωση. Απέναντι στον εαυτό του και στο δημιουργό του. Να ψάξει να βρει αυτό το ταλέντο και να το αξιοποιήσει. Η διαδικασία δεν είναι απλή. Περιλαμβάνει πολύ προσπάθεια. Και η προσπάθεια είναι πάντα επίπονη. Μπορεί να χρειαστεί να πειραματιστείς με πολλά. Χρειάζεται χρόνο, υπομονή, και γερό στομάχι. Το αποτέλεσμα όμως όταν θα έρθει -μπορεί να αργήσει, αλλά θα έρθει- σβήνει όλα τα υπόλοιπα, και δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα. Κι αν οι αντοχές αρχίσουν να μειώνονται, κι αν η μία αποτυχία διαδέχεται την άλλη, η λύση είναι μία και απλή. Θα υποκριθείς πως όλα είναι εντάξει. Δεν είσαι εσύ αυτή που υποφέρει, αλλά o ηρωας που υποδύεσαι…
Ως γνωστόν, είναι καλύτερα να μετανιώσεις για κάτι που έκανες, παρά για κάτι που δεν έκανες. Τα απωθημένα δε βγαίνουν ποτέ σε καλό. Είναι κρίμα να γυρίσεις μετά από χρόνια και να σκεφτείς, «αν είχα προσπαθήσει, μπορεί τώρα τα πράγματα να ήταν αλλιώς». Η ζωή είναι τώρα, είναι εδώ, και δεν μας περιμένει. Προχωράει μπροστά, κι αν δεν την ακολουθήσουμε, μας προσπερνάει.
Τώρα θα μου πεις, τι σχέση έχει η ηρεμία με την υποκρισία, και τα ταλέντα που κρύβουμε μέσα μας με τα απωθημένα… Για ένα περίεργο λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, είμαι σίγουρος πως έχετε καταλάβει τι εννοώ. Μάλλον δεν τολμάω να πω αυτό που νιώθω και λέω ασυναρτησίες… Μάλλον οι σκέψεις μου δεν τολμούν να γίνουν λέξεις… Είναι αστείο, γιατί έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται πράξεις…

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Στο θολωμένο μου μυαλό.....

Είναι κι αυτό το μεταίχμιο («μεχμέτιο» που έλεγε και μια ψυχή) ανάμεσα στο «κάτι» και στο «τίποτα»: μπήκαμε στον Ιούλιο κι ο καιρός δεν λέει ν΄ αποφασίσει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει.

Χειμώνας ή καλοκαίρι; Καύσωνας ή ψοφόκρυο; Κουφόβραση ή πέφτουν της βροχής οι στάλες κι εγώ κάθομαι στις σκάλες; Να φωνάξω τον συντηρητή των κλιματιστικών ή να σκαρφαλώσω στα πατάρια για την έξτρα κουβέρτα; Να πάθω γρίπη των λεγεωναρίων ή γρίπη των χοίρων;
Και δεν είναι να πεις, «τρελάθηκε η φύση»! Η φύση (και ο Βιβάλντι) μια χαρά τακτοποιημένες τις είχε τις τέσσερις εποχές. Εμείς την τρελάναμε, εμείς την ξεκάναμε, εμείς την αποτελειώσαμε. Εμείς- που το μόνο που μάθαμε να ανακυκλώνουμε είναι η ηλιθιότητά μας!
Είπα «ηλιθιότητα»: Πολλοί ηλίθιοι μαζευτήκαμε, αδελφάκι μου. Ηρθε κι έπεσε overdose στον πλανήτη. Πώς να τα βγάλει κι αυτός ο καψερός πέρα, όταν έχει ν΄ αντιμετωπίσει ένα ΙQ-12; Σίγουρα, τα μικρά πράσινα ανθρωπάκια που μας βλέπουν από κει ψηλά έχουν αλλάξει συκώτι- αν έχουν συκώτι- απ΄ το γέλιο. Γιατί δεν μας κάνουν επίσκεψη; Δεν έχουν τα μεταφορικά μέσα; Ή απλώς, μας βαριούνται θανάσιμα;
Είπα «βαριούνται»: Έχει βαρεμάρα ή εγώ βαριέμαι; Τα χρόνια περνάνε σαν φτερό, οι ώρες δεν περνάνε με τίποτα! Είναι νορμάλ αυτό τώρα; Για να πάει η ώρα από 7 σε 8, μεσολαβεί ένας αιώνας. Για να γίνεις από 18 χρονών, 28 μεσολαβεί ένα δευτερόλεπτο... Σέρνονται οι στιγμές σαν τις σαύρες στο χώμα... Και πόση τηλεόραση να δεις πια; Όσο ζάπινγκ και να κάνεις στο ίδιο ΔΝΤ θα πέσεις!
Είπα «ΔΝΤ»: Ολοι πεινάνε, όλοι χρεοκοπούν εκτός από τους ενεχυροδανειστές. Αυτοί πλέον έχουν χτιστεί ζωντανοί στα ασήμια και τα μαλάματα. Κοσμήματα, αντικείμενα, ενθύμια ακριβά κι αγαπημένα. Μέχρι τις βέρες βγάζουν απ΄ το δάχτυλο... Μέχρι χρυσά δόντια ξεκολλάνε απ΄ το στόμα τους... Ένας κόσμος σε απόγνωση παζαρεύει τις αναμνήσεις του, για ένα 10ευρο παζαρεύουν. Εκεί φτάσαμε...
Κι έχουμε δρόμο ακόμα... Ο αφέτης μόλις πυροβόλησε στον αέρα... Η μοναξιά του δρομέα μακρινών αποστάσεων μόλις ξεκίνησε... Κι είμαστε και με άδειο στομάχι...
Και καλά να κάνεις το σκατό σου παξιμάδι:
Πώς το τρως μετά, μου λες;
Είπα «παξιμάδι»: Παξιμάδι με χόρτα πρωί-μεσημέρι- βράδυ είναι η καινούργια δίαιτα.
Άντρες και γυναίκες- ως χαρωπές χωριατοπούλες- εκδράμουν σε βουνά και σε ραχούλες, προκειμένου να γεμίσουν χόρτα το καλαθάκι. Με καλαθάκι αδειανό και στην καρδιά θλιμμένο, ένα φτωχούλι ορφανό πεινάει το καημένο. Ήρθαν κι έγιναν οι λόγγοι η χαρά της οστεοπόρωσης. Κάθε βλήτο κι ένα κρακ. «Κρακ κρακ τα σήμαντρα της εκκλησίας, κρακ κρακ ο αντίλαλος της ερημιάς» για να πληρώσει τη νύφη και ο εθνικός μας Σολωμός.
Είπα «σολωμός». Τι απέγινε, άραγε, αυτή η ψυχή; Θυμάσαι που είχαμε φάει έναν προ ΔΝΤ; Καλά που τον βγάλαμε φωτογραφία να τον κρεμάσουμε δίπλα στο απολυτήριο του παιδιού! Πάει τώρα κι αυτός, χάθηκε: από καπνιστός Νορβηγός, έγινε ιπτάμενος Ολλανδός! Να ζούμε να τον θυμόμαστε!
Είπα «θυμόμαστε». Θυμάσαι, βρε, κάποτε που περνάγαμε καλά; Που πηγαίναμε σινεμά και ταβερνάκι;
Θυμάσαι τις διακοπές στα νησιά;
Θυμάσαι τα «μουσκεμένα χιλιόμετρα» με το αμάξι- τότε που δεν υπολογίζαμε βενζίνες και οκτάνια;  Θυμάσαι τότε που το οικογενειακό έσοδο ονομαζόταν «μισθός» κι όχι «φιλοδώρημα». Θυμάσαι, βρε, που περνάγαμε καλά; Που γελάγαμε πολύ;
Θυμάσαι;
Είπα «θυμάμαι», αλλά ξέχασα τι έπρεπε να θυμηθώ.
Τα έχω απωθήσει όλα αυτά. Κι ας εμμένουν... Κι ας επιμένουν... Κι ας ελλοχεύουν πεισματικά εκεί... πίσω στην άκρη του μυαλού... Του θολωμένου μου μυαλού...
Αχ, Ακη Πάνου, μέγιστε- τα είπες όλα κι έφυγες:
«Στο θολωμένο μου μυαλό,
ο κόσμος είναι μια σταλιά,
κάτι σκιές απ΄ τα παλιά
και κάποιο πάθος μου τρελό...
Το θολωμένο μου μυαλό,
μ΄ έχει προδώσει προ πολλού,
του λέω αλλού, και τρέχει αλλού,
με κάνει και παραμιλώ»...
Το θολωμένο μου μυαλό...

...Προσαρμόσου.....

Μέρες τώρα αισθάνομαι ένα κενό μέσα μου και δεν έχω καθόλου διάθεση να γράψω κάτι.

Τίποτα απ΄όσα γίνονται γύρω μου δεν μου προξενεί πια εντύπωση, ούτε μου δίνει το ερέθισμα να ασχοληθώ μαζί του με το να το διακωμωδήσω ή να το σαρκάσω (αγαπημένη μου τακτική όταν νιώθω το μάτι μου να γυρίζει έως σημείο αλληθωρισμού).
Νιώθω ότι έχω βαλτώσει κι ότι... ότι γίνεται γύρω μου "καλώς" γίνεται.
Παντελώς αδιάφορα όλα...και πολύ φοβάμαι ότι έχω αρχίσει να "προσαρμόζομαι" με το ρεύμα της εποχής.
Προσαρμόζω λοιπόν τον π@@@@ρα να ζει την καθημερινότητά του χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες πια; Προσαρμόζομαι ν`ακούω ότι επί 20 χρόνια αυτοί που εμπιστεύτηκα με την ψήφο μου-μας μ΄έκλεβαν χωρίς φόβο και πάθος;
Προσαρμόζομαι ν`αποδέχομαι ότι το να με κλέβουν είναι κάτι πολύ φυσικό, όπως η ανάσα μου; Πρόσφατα μ`έκλεψαν και στην πραγματικότητα, και μάλιστα άνθρωπος που είχα εμπιστευτεί.
Ε και; Που το παράξενο θα μου πείτε. Έκανε ότι τον διδάσκουν κάθε μέρα. Το αποδέχομαι χωρίς ν`αντιδράσω γιατί έτσι μ`έμαθαν πια να ζω. Ν`αποδέχομαι και να προσαρμόζομαι.
Κι όταν θα έρθει η στιγμή κι εγώ να κλέψω, είτε σε είδος είτε την ζωή κάποιου ανθρώπου, να αισθάνομαι ικανοποιημένος γιατί επιτέλους προσαρμόστηκα με το ρεύμα της εποχής.
Προσαρμόσου λοιπόν π@@@@ρα προσαρμόσου.
Ν`αποδέχεσαι την βλακεία του Γιώργου και να τον λυπάσαι γι αυτό.
Να πιστεύεις ότι οι δικοί του έκλεβαν, κι αυτός τραγούδαγε το "τρία πουλάκια κάθονταν και πλέκανε κορδέλες." Να πιστεύεις ότι ο Γιώργος θα καθαρίσει τον τόπο από τους κλέφτες, σαν να λέμε " ο λερωμένος θα πιάσει τον λερωμένο".
Να βλέπεις τον Σημίτη να το παίζει αθώα περιστερά και να τον πιστεύεις.
Προσαρμόσου στην ατιμωρησία των πολιτικών,στην υποκρισία και την αναλγησία της εποχής.
Προσαρμόσου στο κράτος της πορνείας που ζεις.
Προσαρμόσου επιτέλους π@@@ρα προσαρμόσου.
Προσαρμόσου να χάνεις κάθε μέρα την ανθρωπιά σου με το "ωχ δεν βαριέσαι αδελφέ".
Να βλέπεις όσα γίνονται με απάθεια λέγοντας "Ε και; Εγώ θα σώσω τον κόσμο;"
Προσαρμόσου π@@@ρα να προσπερνάς το καλό και να μάθεις να ζεις μέσα από την απάτη και το ψέμα.
Και τότε ίσως απελευθερωθείς από το παιδί που κρύβεται μέσα σου, και σε τρελαίνει με τα αιώνια γιατί του. Τότε ίσως νιώσεις επιτέλους ελεύθερος γιατί έχεις καταφέρει κι έχεις νικήσει τον αιώνιο αντίπαλό σου. Τον ίδιο σου τον εαυτό.!!!

Θα κλείσω, παραθέτοντας τα λόγια του Αζίζ Νεσίν, με τον τίτλο..

"Σώπα, μη μιλάς!" (Αζίζ Νεσίν)
Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή,
κόψ' τη φωνή σου,
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός,
η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί,
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγαν:
«σώπα!».
Στο σχολείο μου κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσ...σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου,
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα!».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα!»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
και τα 'μαθα να σωπαίνουν,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική
και ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες, με συμβουλεύανε:
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα!»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το «Σώπα!».
«Σώπα!» ο ένας, «σώπα!» ο άλλος, «σώπα!» οι επάνω, «σώπα!» οι κάτω,
«σώπα!» όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
«Σώπα!» οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας...
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα!».
Και μαζευτήκαμε πολλοί,
μια πολιτεία ολόκληρη,
μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ εύκολα,
μόνο με το «Σώπα!».
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα»!
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απ' το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς!
Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:



Μ Ι Λ Α!

...Καφενείον η Ελλάς....


???????..... ΑΠΟΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΦΙΛΗΣ ΜΟΥ....?????
Την έπαθα πάλι την παράκρουση.

Χθες μεταλλάχτηκα σε δίμετρο γκομενάκι από την Σουηδία, χάρη στα ονειροπόλα σχέδια του πρωθυπουργού μας να κάνει την Ελλάδα Σουηδία των Βαλκανίων.
Όπως λέμε Bαλκανιζατέρ μ`αναμμένο μοτέρ,με τα φώτα και τα λάδια καμένα Βαλκανιζατέρ χωρίς αμορτισέρ, Ευρώπη-Βαλκάνια-Ελλάδα.
Σήμερα αισθάνομαι απόγονος του Αβραάμ.
Ναι ναι αγαπητοί μου είμαι μια μεταλλαγμένη πολίτης του κόσμου χωρίς πατρίδα.
Δεν φταίω εγώ το μάτι μου φταίει που πέφτει πάνω σε λέξεις και φράσεις που εξάπτουν την φαντασία και τον σαρκασμό μου.
Άρθρο: ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΕΛΛΑΣ. Το άρθρο είχε να κάνει με την είσοδο του ΔΝΤ στην ζωή μας είχε ύφος διαμαρτυρίας και καλούσε τον κόσμο ν`αντιδράσει. (Ξέρετε τώρα να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε τουλάχιστον τα σώβρακα, μια και τα υπόλοιπα μας τα πήραν)
Σχόλιο σ`αυτό το άρθρο: Κάποτε ρώτησαν τον Ραμπί Μεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, τι ξεχωρίζει ένα παιδί του Αβραάμ από τους άλλους ανθρώπους.
Κι αυτός απάντησε: "Τρία πράγματα του ταιριάζουν. Γονατίζει όρθιος, κραυγάζει άλαλος, χορεύει ακίνητος"
Λοιπόν έχουμε και λέμε:
1.Μπορεί κάποιος χριστιανός να μου δείξει πως μπορώ να γονατίσω όρθια?
Τόσο καιρό έχω ασχοληθεί με την γιόγκα και δεν το έχω καταφέρει.
Πάντα γονάτιζα όπως γονατίζει όλος ο κόσμος.
Ακόμη κι όταν γονάτιζε η ψυχή μου από τις δυσκολίες,το κορμί ακολουθούσε την ανάλογη διάθεση και πήγαινε καμπουριασμένο.
Κι όταν το αντιλαμβανόμουν έδινα την ανάλογη εντολή να ισιώσει με την φράση που έλεγε ένας γραφικός αλκοολικός στον εαυτό του.
"Ίσια το κορμί σου ψαροκασέλα"και φρούτς για λίγο το κορμί ίσιωνε.
2.Να κραυγάζω άλαλη...Καλέ που το παίζουν αυτό το ντοκιμαντέρ επιστημονικής φαντασίας να το δω;
Πάντως θα ήταν πολύ καλή άσκηση για μένα την γλωσσοκοπάνα, που γλώσσα δεν βάζω μέσα.
Που ν`ακούσετε και την τσιρίδα μου.
Το λεγε η γιαγιά μου."όποιος σε πάρει φως μου κι όποιος σ`ευλογηθεί,στου λουβιαρού το δέντρο να πάει να κρεμαστεί"
Τελικά δεν κρεμάστηκε, ξύπνιος ο μάγκας απλά με χώρισε.Κανένας καθηγητής να μου μάθει την άσκηση "κραυγάζω άλαλη" υπάρχει?
3.Τώρα στο καλύτερο...Θέλω οπωσδήποτε να χορεύω ακίνητη.
Μέχρι τώρα έσερνα το τσάμικο, το καλαματιανό, το κούνα λίγο το κορμί σου να πυρποληθώ, ο αγαπημένος χορός της κοιλιάς και του ξελογιάσματος των αρσενικών.
Πώς θα μπορέσω να τα κάνω όλα αυτά ακίνητη,αναρωτιέμαι.
Μήπως από το πολύ push-ups και "δώσε και πάρε και τι σου κάνω μάνα μου τώρα" του Γιωργάκη αρχίζουμε και το χάνουμε λιγάκι?
Μήπως έχουμε πάθει κρίση ταυτότητας και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται?
Μήπως έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε ότι εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε γέλασε?
Αν λοιπόν κάποιο διανοούμενοι προσπαθούν να με κάνουν να ξεχάσω τις ρίζες μου είναι βαθιά γελασμένοι.
Είμαι Ελληνίδα και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι γι αυτό και με ότι περικλείει ο όρος Έλληνας.
Είμαστε πρώτοι και τελευταίοι.
Είμαστε αθώοι,απατεώνες και γενναίοι.
Αριστοκράτες και φριχτοί μικρομεσαίοι,
ακροβάτες, προδότες και λαθραίοι.
Σουλιώτες , αδέσποτοι κι ωραίοι.
Πάντως όχι βάρβαροι όπως προσπαθούν μερικοί να μας πείσουν και ποτέ δεν θα γίνουμε.

Το ντεβελοπέ.......


Οδηγίες προς όλους τους απογοητευμένους
Έχεις ψυχοπλάκωμα; Περνάς κλιμακτήριο;
Θέλεις να πνίξεις τον άντρα ή την γυναίκα σου;
Σε παράτησε ο γκόμενος ή η γκόμενα;
Είσαι στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού;
Είσαι έτοιμος-μη να φουντάρεις;
Νιώθεις ότι δεν θα γίνει το "θαύμα Γιωργάκης", που ελπίζουμε όλοι για να βγούμε από την οικονομική κρίση;
Διάβασε τις φορολογικές δηλώσεις των γιατρών του Κολωνακίου.
Το θαύμα της Παναγιάς της φοροφαγιώτισσας προστατεύει όλους τους γιατρούς του Κολωνακίου.
Και τότε εναποθέτεις κι εσύ τις ελπίδες σου στην χάρη της, μήπως αποφύγεις την κρισάρα σου και το φούντο,όπως απέφυγαν κι αυτοί τόσα χρόνια την δαγκάνα της εφορίας.
Μετά προσηλώνεις την προσοχή σου κι ακούς τις οδηγίες της Μαρίας Ιωαννίδου για το ντεβελοπέ του ποδαριού.
Προσαρμόζεσαι με την εποχή κι όπως λένε,"Μάθε τέχνη κι άστηνε κι αν πεινάσεις πιάστηνε".
Το επάγγελμα του μέλλοντος.Στο τέλος σ`ένα σήκωμα του ντεβελοπέ θα καταλήξουμε όλοι ασχέτως φύλου,κατά πως πάει το πράγμα.
Γιατί αν δεν είναι σίδερο το ντεβελοπέ (γάμπα), δεν μπορεί να σηκωθεί.
Αυτή είναι οδηγία προς τις μελλοντικές κυρίες, Ντούβλη-Τζούλη-Τσούλι που το σήκωμα του ποδαριού, εναποθέτει και κάποιες χιλιάδες ευρώ κάτω από το στρώμα τους.
Λες κι ένα αμάρτησα για την εφορία μου, να δώσεις κι ένα νόημα στο σήκωμα του ντεβελοπέ βρε αδελφέ.
Αν όμως παρ`όλα αυτά δεν το σώνεις το πράγμα, κι είσαι έτοιμος να φουντάρεις πριν σε φουντάρει η εφορία, υπάρχει γραφείο κηδειών ο Θεοδόσης που κάνει δόσεις.
Αν τώρα θέλεις να κάνεις το επάγγελμα του μέλλοντος,το σήκωμα του ντεβελοπέ αλλά είσαι κάποιας ηλικίας, υπάρχει λύση.
Χρησιμοποιείς την κρέμα των Υπουργών που σε φρεσκάρει κι είσαι πάντα λαμπερή-ρός.
Την YPOURGO-YPOULOREAL.
Ειδική πατέντα για τον Υπουργό των Οικονομικών.
Να μην φαίνεται ντε κι η στεναχώρια που τραβάει, παίρνοντας τόσο σκληρά μέτρα κατά του λαού.
Ευγενικά παραχωρειθήσα σε όλους τους υποψήφιους-ες "σηκώνω το ντεβελοπέ μου κι όποιον πάρει ο χάρος".
Τώρα που το σκέφτομαι θα επανεξετάσω και το δικό μου ντεβελοπέ.
Να το γυμνάσω λίγο γιατί που ξέρετε;
Μπορεί ν`αμαρτήσω κι εγώ για την πατρίδα,συγγνώμη εφορία ήθελα να πω.
Μια και μιλάμε για Υπουργό Οικονομικών πας και μια βόλτα από το Υπουργείο του, να τον ευχαριστήσεις για την ευγενική χορηγία της κρέμας.
Να κόψεις και λίγη κίνηση, να κλαφτείς και λίγο, μπας και την γλυτώσεις την ψ..λιά.
Και τότε διαπιστώνεις με "έκπληξη" ότι εργάζονται 300 υπάλληλοι φαντάσματα,που παρουσιάζονται μόνο όταν είναι να πληρωθούν.
Κι αφού αρχίζεις να καταλαβαίνεις πόσο κότσο σε πιάσανε τόσο καιρό, οι εκάστοτε πολιτικάντηδες με τις υποσχέσεις και τα ψέματα, αρχίζεις ν`αυτοφασκελώνεσαι.
Κι αφού χορτάσεις αυτοφασκέλωμα και δεν βλέπεις φως στο σκοτάδι που σε έριξε η ψήφος σου,γεμάτος απογοήτευση κατευθύνεσαι στο γραφείο του Θεοδόση που κάνει δόσεις.